Ένα υπέροχο σχέδιο

0
137

taxi

Έ ν α   υ π έ ρ ο χ ο   σ χ έ δ ι ο

Διήγημα του Νίκου Μουρατίδη

(από την συλλογή “Εγώ ἠμουν αντράκι”- εκδόσεις Τετράγωνο)

———————————

Πώρε μάνα μου! Πως έχει εξελιχθεί έτσι η ράτσα μας ρε αδερφάκι μου; Τι μανούλι ήταν αυτό; Σκέτη γλύκα. Κωλαράκι, βυζάκια, ωραίο μουτράκι, κοντοκουρεμένο σαν νεοσύλλεκτος, μια χαρά. Της την έπεσα μη τυχόν και ήθελε να την πάω κάπου, αλλά στράβωσε τη μούρη της, μπήκε σ’ ένα mini cooper κι’ έφυγε. Δεν πειράζει, αυτή έχασε.

Εγώ που λέτε είμαι ο Θέμης. Είμαι ταρίφας και σε αντίθεση με τους υπόλοιπους συναδέλφους, γουστάρω που είμαι ταρίφας. Το απολαμβάνω, το διασκεδάζω και πιστεύω ότι είναι το επάγγελμα με τα περισσότερα… τυχερά. Καταλαβαίνετε ποια τυχερά εννοώ, έτσι; Και χωρίς να είμαι υπερβολικός πηδάω μέσο όρο μέρα παρά μέρα και διαφορετική γυναίκα. Λόγω τιμής έτσι! Βέβαια εδώ «παίζει» κι’ ένα ακόμα θέμα. Πρώτον μετράω σαν γκόμενος, όπως επίσης μ’ αρέσει η γυναίκα, κάθε είδους. Δεν έχω κολλήματα. Μπορεί κάποιος να πει ότι δεν γαμάει κατσαρομάλλες γιατί έχουν πολύ τριχωτό μουνί. Άλλος να πει ότι δεν γαμάει γκόμενα με φακίδες. Άλλος ότι δεν γαμάει χοντροκώλες, και πάει λέγοντας. Εγώ δεν έχω πρόβλημα. Τις γαμάω όλες. Εν τάξη, δεν πάω με γριές, ή τουλάχιστον με γυναίκες που είναι μεγαλύτερες απ’ την μάνα μου, δεν πάω με τέρατα, δεν πάω με γυναίκες υπέρβαρες ή υπερβολικά κοκαλιάρες, αλλά με όλες τις άλλες μια χαρά. Ο κολλητός μου για παράδειγμα, ο Γρηγόρης, δεν πάει με όποια να ‘ναι. Η μία του ξινίζει, κι’ η άλλη του βρωμάει. Θέλει κοριτσάκια από σπίτι, καθαρά, περιποιημένα, να τα πάρει να τα χαϊδέψει, να τα φιλήσει, και να κάνει σχέση. Απορώ πως είμαστε κολλητοί.

Πέρα απ’ την πλάκα τον Γρηγόρη τον λατρεύω, τον έχω σαν αδελφό μου και κάτι παρά πάνω. Το ίδιο και κείνος. Έχουμε μεγαλώσει μαζί, και από μικρά παιδιά δεν χωρίσαμε ούτε μία μέρα. Μόνο στο στρατό, αλλά εν τάξη αυτό δεν πιάνεται, γιατί ήταν ανωτέρα βία. Ο Γρηγόρης σπούδασε οικονομικά και λογιστικά και τώρα είναι βολεμένος σε μεγάλη ναυτιλιακή εταιρία. Κυριλέ δουλειά, και με καλά λεφτά. Εγώ που ήμουν λίγο μπουμπούνας, ανέβηκα στο ταξί του πατέρα μου και κόλλησα. Με συγχωρείς, αν βγάζω στην τσέπη ενάμισι με δύο χιλιάρικα το μήνα, το κλείνω όποτε γουστάρω και το ανοίγω επίσης όποτε γουστάρω και μέρα παρά μέρα γαμώ κι’ άλλη γκόμενα, γιατί να μην κολλήσω; Μαλάκας είμαι;

Χτες για να σας δώσω να καταλάβετε γύρω στις εννέα το βράδυ με σταματάει μια πολύ καλοβαλμένη γυναίκα που θα πλησίαζε τα σαράντα, δεν ξέρω ακριβώς δηλαδή, πάντως φαινόταν πάνω από τριανταπέντε. Μπήκε πίσω, μου είπε να την πάω στο Μαρούσι κι’ ανοίγοντας ένα ντοσιέ με κάτι χαρτιά άρχισε και διάβαζε. Εγώ την έπαιρνα μάτι που και που απ’ το καθρεφτάκι, αλλά αυτή τίποτα. Ήθελα όμως πάση θυσία να της πιάσω τη κουβέντα γιατί μου έμοιαζε με μουνί που θα γαμιόταν καλά. Την ρώτησα λοιπόν αν μένει στο Μαρούσι κι’ όταν μου απήντησε θετικά τη ρώτησα αν ξέρει να νοικιάζεται κανένα διαμέρισμα, και καλά ότι ψάχνω. Τότε λοιπόν με πρόσεξε, και έσκυψε πιο κοντά για να τα πούμε. Έτσι όπως πλησίασε την είδα ότι κοίταξε τα πόδια μου, κι’ αμέσως εγώ με το δεξί μου χέρι έφτιαξα λίγο την «οικογένεια». Αρέσει αυτό στις γυναίκες. Ο άντρας που τακτοποιεί την «οικογένεια» είναι σέξι, μου είχε πει παλιότερα μια απ’ την Λάρισα. Κουβέντα στη κουβέντα, μου είπε ότι επειδή εκείνη θα μετακόμιζε στο εξωτερικό για δύο χρόνια θα νοίκιαζε το δικό της το διαμέρισμα. Μου τα έλεγε αυτά και με κοίταζε απ’ το καθρεφτάκι μ’ ένα βλέμμα όλο καύλα. Με ρώτησε αν θέλω να ανέβω πάνω να του ρίξω μια ματιά. Ανέβηκα και αντί για ματιά στο διαμέρισμα έριξα αυτηνής ένα πούτσο ξεγυρισμένο. Ήταν τόσο καυλωμένη η κακομοίρα που έτρεμε. Όταν άρχισα να της γλύφω τα βυζιά και το χέρι μου άρχισε να της πασπατεύει το μουνί, τα είδε όλα, ήθελε να με φάει. Μέχρι να χύσω μία φορά αυτή πρέπει να είχε τελειώσει πάνω από πέντε. Την είχα δει εγώ τη γυναίκα ότι γούσταρε πήδημα. Είχε ζουμιά μαζεμένα κι’ έπρεπε να τα βγάλει. Μου έδωσε την κάρτα της για να της τηλεφωνώ όποτε ήθελα. Και το γραφείο της εκεί κοντά ήταν, στην Κηφισίας. Δούλευε σε μια εταιρία με dvd, δεν κατάλαβα καλά. Καταχώρησα την κάρτα και σκέφτηκα ότι από δω και πέρα όταν μ’ έβγαζε ο δρόμος για Μαρούσι κι’ είχα σηκωμάρες, θα τηλεφωνούσα στην Χαρά. Έτσι την έλεγαν.

Δεν θα ξεχάσω όμως και ένα πολύ ωραίο περιστατικό που μου συνέβη το καλοκαίρι, ένα μεσημέρι. Ήταν μία γκόμενα, ψηλή και ξανθιά που έψαχνε για ταξί η καημένη φανερά αγχωμένη. Εγώ πήγαινα σπίτι να φάω, αλλά έτσι όπως την είδα μουνίτσα σταμάτησα να την ρωτήσω. Ήθελε να πάει στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσει, αλλά ήθελε να την περιμένω να την γυρίσω σπίτι. Ήταν ανάγκη μου είπε, γιατί είχε αφήσει το μωρό της μόνο του να κοιμάται. Την λυπήθηκα απ’ τη μια κι’ απ’ την άλλη έτσι όπως είχε σκύψει και έβλεπα τα βυζιά της καύλωσα. Την πήρα, και καθώς την πήγαινα παρ’ όλο που έκανε ότι κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο, αυτή μέσα απ’ τα μαύρα γυαλιά έβλεπε εμένα. Νόμιζε ότι δεν θα την καταλάβαινα, αλλά εγώ σε κάτι τέτοια είμαι μανούλα. Στην επιστροφή προς το σπίτι έβαλε τις σακούλες στο πίσω κάθισμα και ήρθε μπροστά. Έκοψα κίνηση και παρατήρησα ότι είχε καθίσει με τα πόδια της όχι ενωμένα, αλλά ψιλό-ανοικτά, κι’ έτσι όπως είχε σηκωθεί και λίγο το φόρεμα μου έδειχνε κανονικά τα μπουτάκια της. «Θα σε φτιάξω» είπα μέσα μου, κι’ όταν φτάσαμε βούτηξα όλες τις σακούλες για να την βοηθήσω να τις ανεβάσουμε πάνω. «Μη σας βάζω σε κόπο» μου είπε, «κανένας κόπος» της απάντησα εγώ και φτάσαμε. Ευτυχώς το μωρό κοιμόταν του καλού καιρού.

Προθυμοποιήθηκε να μου φτιάξει καφέ, αλλά της είπα ότι ένα νεράκι θα ήταν αρκετό. Έτσι όπως γύρισε προς το ντουλάπι να πάρει ποτήρι πήγα πίσω της, την στρίμωξα κι’ άρχισα να την χαϊδεύω. Τα χέρια μου κατέβηκαν πιο κάτω απ’ την κοιλιά, της σήκωσα το φόρεμα και έχωσα το ένα χέρι μου μέσ’ την κυλόττα της. Δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου. Άρχισε να τρίβει το κώλο της πάνω στο πούτσο μου που εν τω μεταξύ είχε γίνει κάγκελο και να βγάζει ηδονικές κραυγές και καλά για να μου δείξει ότι γουστάρει. Γύρισε προς το μέρος μου και με πλάκωσε στα γλωσσόφιλα ενώ τα χέρια της μου άνοιξαν την ζώνη και μου κατέβασαν το φερμουάρ. Μου τον πέταξε έξω κι’ έσκυψε για να μου τον πάρει πίπα αλλά την σταμάτησα. Την έστειλα να κλειδώσει για να ‘χω το κεφάλι μου ήσυχο, κ’ όταν γύρισε της τον είχα έτοιμο ακουμπισμένο πάνω σ’ ένα πιάτο. «Έλα μωρό μου», της είπα, «το φαΐ σου είναι έτοιμο». Έβαλε τα γέλια, τον πήρε στο στόμα της και τον κατέβασε μέχρι κάτω. Πως το κάνουνε αυτό μερικές γκόμενες χωρίς να πνίγονται δεν μπορώ να το καταλάβω. Να μην σας τα πολυλογώ η Εύη, απ’ το Παρασκευή όπως μου είπε, ήταν πολύ ωραίο μουνί και γαμιόταν ακόμα ωραιότερα. Ήταν και αχόρταγη. Δεν μ’ άφηνε να φύγω. Αν δεν έβαζε το μωρό τα κλάματα δεν ξέρω τι θα έκανα. Έφυγα με τα τηλέφωνα της στην τσέπη. Και κινητό και σταθερό.

Σας λέω, εμείς οι ταρίφες έχουμε πολλά τυχερά. Από αδελφές να δείτε τι γίνεται. Σαν τρελές κάνουν. Μόλις τους δώσω λίγο θάρρος αρχίζουν και ξεσαλώνουν, μερικές δε μου τον πιάνουν κατ’ ευθείαν. Μια φορά με πήρε κούρσα μια αδελφούλα γύρω στα τριάντα με τριανταπέντε. Μπήκε στον Πειραιά και ήθελε να την πάω Παγκράτι. Δεν μπορώ να σας περιγράψω τι έγινε στην διαδρομή. Επειδή τον κατάλαβα ότι το «πήγαινε το γράμμα», άρχισα να του λέω διάφορα καυλωτικά και να πιάνω συνέχεια τον πούτσο μου. Εντός ολίγου μου τον είχε βγάλει έξω μου τον έπαιζε κανονικά και έσκυβε που και που και μου τον έγλυφε. Μετά με παρακάλεσε να πάμε στις τουαλέτες της εταιρίας που είχε ραντεβού να τον γαμήσω. Να πω την αλήθεια το σκεφτόμουν, αλλά και πάλι…ήμουν διστακτικός. Το κατάλαβε και μου είπε ότι θα με αποζημιώσει για το χρόνο μου. «Άντε κομμάτια να γίνει» είπα και πήγα. Μπήκαμε στην εταιρία, κόμπλαρα εγώ γιατί ήταν δύο γκόμενες στην είσοδο σαν υποδοχή, αυτός κάτι τις ρώτησε και σαν να μην τρέχει τίποτα με πήγε προς το χώρο των τουαλετών. Μπήκαμε και απ’ το άγχος μου μέχρι να μου σηκωθεί μ’ έγλυφε κάνα δεκάλεπτο. Αλλά ο μαλάκας δεν είχε καπότα. Οπότε του το ξέκοψα, ότι γαμήσι δεν έχει. Αν θέλει μόνο πίπα. Και ήταν εξπέρ ο πούστης. Με έβαλε να ανέβω όρθιος πάνω στην λεκάνη και μου έκανε ένα σπατουλάρισμα από κάτω ξεγυρισμένο. Όλα τα έγλυψε. Απ’ τον πούτσο πήγαινε στ’ αρχίδια και μετά στο κώλο κι’ άντε πάλι απ’ την αρχή. Με είχε καυλώσει τόσο πολύ πού ήθελα να τον σκίσω, αλλά και πάλι φοβόμουν χωρίς προφυλακτικό. Τον γύρισα και του τον έβαλα απ’ έξω, απ’ έξω, του έκανα λίγο πινέλο και μετά μου τον πήρε τον έβαλε ανάμεσα στα μπούτια του και τα έσφιξε. Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο. Τον έκανα μούσκεμα. Σας λέω, όρεξη να ‘χεις και από τυχερά άλλο τίποτα.

————————–

Απέναντι απ’ το σπίτι μου μένει η Τζένη, μια γκόμενα από εκείνες που δεν τις γαμάω με τίποτα. Ξινή, σπαζαρχίδω, πάντα σενιαρισμένη, που όταν της την έπεσα μια φορά με κοίταξε λες και κοίταζε κουράδα. Είναι ωραία κοπέλα, γύρω στα είκοσι επτά, ωραίο κορμί, μορφωμένη και καλή προίκα αλλά εμένα ούτε που να με φτύσει. Και σας μιλάω ότι σαν γκόμενος είμαι τεφαρίκι. Ρωτήστε όποια θέλετε. Πέρα από την εξωτερική μου εμφάνιση και τα άλλα «προσόντα» μου, στις γυναίκες ξηγιέμαι κυριλέ όταν είμαστε με κόσμο, αλλά όταν μένουμε μόνοι μας τις ξεφτιλίζω στο γαμήσι. Αυτό που θέλουν δηλαδή. Γιατί πρέπει να ξέρετε ότι οι γυναίκες τον άντρα τον θέλουν και τζέντλεμαν αλλά και αλήτη. Ε, αυτός είμαι εγώ. Η Τζένη όμως είχε μαζέψει πληροφορίες ότι είμαι γυναικάς, ότι είμαι «σαβουρογάμης»- άκου έκφραση – και ότι προκειμένου να πηδήξω είμαι διατεθειμένος να κάνω σημεία και τέρατα. Μωρ’ άντε από κει χάμω, κομπλεξικιά αγάμητη. Κι’ όχι τίποτα άλλο, αλλά είχε προδιαθέσει αρνητικά και την μικρή της αδελφή που είναι μανούλι και με κοιτάζει σαν ξερολούκουμο. Όποτε με συναντούσε το μικρό «καρφωνόταν» άγρια. Την έβλεπα εγώ, τα έτρεχαν τα σάλια.

Βέβαια είχα κάνει και εγώ πιο παλιά τα μαλακίες μου κι’ έτσι μου βγήκε το όνομα στην γειτονιά. Αντί να κάτσω στ’ αβγά μου είχα γαμήσει καμιά εικοσαριά γύρω-γύρω και βέβαια επειδή δεν έμεινα με καμία, παρ’ όλο που οι ελεύθερες ήθελαν σχέση και δεσμό, άρχισαν να με κατηγορούν δεξιά κι’ αριστερά. Από τότε τα έκοψα τα γειτόνισσες. Από μακριά κι’ αγαπημένοι. Επί πλέον η Τζένη ένα βράδυ με είχε δει που γαμούσα την Σταυρούλα, μια παντρεμένη από δίπλα, μέσα στο ταξί είχε φρικάρει και από τότε με κοίταζε με σιχαμάρα. Αυτή, γιατί οι υπόλοιπες όταν μάθαιναν ότι πηδάω αβέρτα κουβέρτα, κουνούσαν το γιακά τα σοκαρισμένες, και μετά ερχόντουσαν και μου την πέφτανε κανονικά. Τα έκοψα και ‘γω για να μάθουν.

Από τότε όποτε έβλεπα την Τζένη έπιανα τα’ αρχίδια μου και γινόταν έξαλλη. Μέχρι καταγγελία στην αστυνομία πήγε και μου έκανε για απρεπή συμπεριφορά, και με φώναξαν οι μπάτσοι να μου κάνουν παρατήρηση. Δεν ήθελε λέει να με βλέπει ούτε ζωγραφιστό. Εγώ να δεις μωρή παλιοκαργιόλα!

—————————-

Μια Παρασκευή βράδυ με πήρε ο Γρηγόρης ότι έπρεπε να βρεθούμε γιατί ήθελε λέει να μου μιλήσει. Τέλεια. Μετά θα τον έπαιρνα να βγούμε, ν’ αλητέψουμε. Του είχα τάξει ότι θα τον έκανα μπουρδελότσαρκα σε τρία τέσσερα κωλάδικα για χαβαλέ. Γούσταρε κι’ αυτός που και που μερικά τέτοια. Πίναμε τ’ άντερα μας, γαμούσαμε όποιο μουνί βρισκόταν εύκαιρο μπροστά μας και γελούσαμε πάρα πολύ. Την επομένη βέβαια πάντα με ξέχεζε και μου έλεγε, «σε ένα εξάμηνο πάλι θα βγω μαζί σου, παλιομαλάκα».

Ήμουν σε φανάρι και κοίταξα το ρολόι μου για να πάω να το κλείσω, όταν άνοιξε η πίσω πόρτα και χωρίς να με ρωτήσει μπήκε μια μελαχρινή με κοντό καρέ μαλλί και μπλε μάτια. Ήμουν έτοιμος να της πω να κατέβει, αλλά όταν είδα για τι γκόμενα επρόκειτο, τουμπεκιάστικα. Η φωνή της ήταν βαριά και κάπως βραχνή, σίγουρα απ’ τα τσιγάρα. Της πρόσφερα ένα, έτσι για να ξεκινήσουμε. Το πήρε με χαρά και με κοίταξε στο καθρεφτάκι όπως κοιτάει ένα παιδί τη σοκολατίνα στη βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου. Δεν κατάλαβα αν ήθελε να με γλύψει ή να με καταπιεί ολόκληρο. Εγώ το έπαιζα σοβαρός και καλά, χωρίς πολλά λόγια. Της είπα όνομα, οπότε μου είπε κι’ αυτή το δικό της. «Σύλβια». Όταν τη ρώτησα που πάμε, μου είπε να την αφήσω στη λεωφόρο Συγγρού, στο Πάντειο και αμέσως κατάλαβα ότι δεν μου είπε ότι πάει στα γύρω κωλάδικα για να μην καρφωθεί. Εγώ όμως ήθελα να την «καρφώσω» πάση θυσία και χωρίς πολλά-πολλά. Έβαλα το χέρι μου πάνω στον πούτσο μου κι’ άρχισα να τον τρίβω δήθεν αδιάφορα. Αυτή που κατάλαβε τι κάνω, άρχισε να φτιάχνεται αλλά επειδή ήταν και επαγγελματίας το έπαιξε αδιάφορη. Δεν την πήγα από Συγγρού, προτίμησα τα στενάκια για να κάνουμε περισσότερη ώρα. Δεν μίλαγε όμως και έπρεπε κάτι να κάνω. Τη ρώτησα λοιπόν με τι ασχολείται. Με κοίταξε χαμογελώντας πονηρά και μου πέταξε ένα,

  • Δεν ξέρεις με τι ασχολούμαι; Κρίμα κι’ είσαι και ταρίφας.

Πριν προλάβω ν’ ανοίξω το στόμα μου να διαμαρτυρηθώ μου είπε να σταματήσω δεξιά. Ήμασταν όμως ακόμα μακριά. Σταμάτησα για να δω τι θα κάνει, και τι λέτε ότι έκανε; Κατέβηκε και ήρθε και κάθισε μπροστά, δίπλα μου.

  • Καλύτερα δεν είναι έτσι;

Μου είπε κι’ άνοιξε τις ποδάρες της διάπλατα. Μου έφυγε η μαγκιά.

  • Μπροστά κοίτα αγόρι μου, μην με στουκάρεις πουθενά.

Κοίταξα μπροστά, αλλά όταν άλλαξα ταχύτητα, μετά το χέρι μου αντί να έρθει στο τιμόνι πήγε στο μπούτι της. Δεν είπε τίποτα. Το μόνο που έκανε άνοιξε κι’ άλλο τα πόδια της σαν να μου έλεγε «πιάσε ελευθέρα». Και της το έπιασα. Άρχιζα να την πασπατεύω και κάποια στιγμή μου πήρε το χέρι απ’ το μουνί της και το έβαλε στο στόμα της. Άρχισε να μου γλύφει τα δύο δάκτυλα με τα οποία την έπαιζα. Περιττό να σας πω ότι ο πούτσος μου κόντευε να σπάσει το φερμουάρ και να βγει έξω. Στο φανάρι τον έβγαλα έξω για να την εντυπωσιάσω. Άρχισε να μου τον παίζει και την στιγμή που περνάγαμε από μια οικοδομή μου έκανε νόημα. Σταμάτησα.

  • Πάμε μέσα;
  • Πάμε.

Το κλείδωσα, άφησε τα πράγματα της μέσα και με πολύ προσοχή από ένα άνοιγμα μπήκαμε στο γιαπί. Άναψα αναπτήρα για να βλέπουμε που πατάμε και την τράβηξα προς τη σκάλα ν’ ανέβουμε πάνω. Οι φλέβες στους κρόταφους μου χτυπούσαν σαν τρελές. Όταν εγώ έφτασα στον πρώτο όροφο, εκείνη ήταν δύο σκαλιά πίσω μου. Δεν την άφησα ν’ ανέβει άλλο. Από κει το στόμα της ήταν στην ίδια ευθεία με τον πούτσο μου. Τα κατέβασα και της τον έδωσα στο στόμα.

  • Πιστεύω να είσαι καθαρός, μην πάθουμε καμιά πλάκα.

Την διαβεβαίωσα ότι δεν είχει να φοβηθεί τίποτα κι’ άρχισε να «εργάζεται». Αν μου λέγανε ποτέ ότι θα έπαιρνα ένα τέτοιο μουνί μέσα σε οικοδομή δεν θα το πίστευα. Σας μιλάω για πολύ θεά. Εν τάξη, επαγγελματίας, χρησιμοποιημένη απ’ όλες τις τρύπες, αλλά θεά. Την έβλεπα να μου τον παίρνει πίπα και με το άλλο χέρι να παίζει το μουνί της και την είχα καταβρεί. Δεν ήθελα να την γλύψω όμως και ειδικά μέσ’ το σκοτάδι, γι’ αυτό την άφησα για λίγο και μετά την γύρισα για ένα πισωκολλητό. Ευτυχώς είχα καπότα στην κωλότσεπη. Την ανέβασα ένα σκαλί και ήταν η τέλεια διαφορά ύψους. Την ώρα που την γαμούσα σάλιωσα το ένα μου δάκτυλο κι’ άρχισα να της παίζω την κωλοτρυπίδα. Θα μου καθόταν άραγε; Εύκολα. Το ένα δάκτυλο έγινε δύο, και μετά τρία και στο τέλος τέσσερα. Έριχνα σάλιο για να μην γκρινιάζει και τα πήρε και τα τέσσερα μια χαρά. Της τον έβγαλα απ’ το μουνί και της τον έχωσα στο κώλο, όπου τον έφαγε με μεγάλη ευκολία. Μετά της τον ξανάβαλα στο μουνί, και μετά πάλι πίσω. Δεν άντεξα για πολύ αυτό το συγκλονιστικό μπες, βγες και έχυσα. Επειδή αυτή δεν είχε προλάβει, μου πήρε το χέρι μου και το έβαλε πάνω στο μουνί της. Σαν κύριος που είμαι άρχισα να της το παίζω, αλλά δεν ευχαριστιόταν. Ήθελε να το παίξει μόνη της. Μου έβαλε το χέρι μου στην κωλοτρυπίδα της. Της έχωσα πάλι τρία δάχτυλα κι’ έτσι εγώ με το χέρι στο κώλο και αυτή με το δικό της στο μουνί, έχυσε. Πήγε να φωνάξει, αλλά της έκλεισα το στόμα μη γίνουμε ρόμπα. Της πήρε κάνα πεντάλεπτο να συνέλθει, και ευχαρίστως μέσα σ’ αυτό το πεντάλεπτο την ξανάχυνα. Σας μιλάω ότι η γυναίκα ήταν Ευρωπαϊκών προδιαγραφών.

  • Πρώτη φορά το κάνω αυτό πριν την δουλειά να το ξέρεις. Ότι έγινε, έγινε για πάρτη σου.

Της έριξα ένα φιλί στο λαιμό και την πήγα έξω από το μπαρ που δούλευε. Της υποσχέθηκα μάλιστα ότι θα πήγαινα αργότερα με τον κολλητό μου. Ήθελα να πάω τον Γρηγόρη να την δει. Δηλαδή αν δεν γαμούσε αυτή τη γκόμενα θα ήταν και πολύ μαλάκας.

Αφού πήγα σπίτι και σενιαρίστηκα, πέρασα μετά από το σπίτι του Γρηγόρη. Τον είδα και κάτι δεν μου πήγε καλά. Κάπως συννεφιασμένο τον είδα.

  • Τι έχεις άντρα μου;

Έτσι τον έλεγα για να του σπάω τα νεύρα. Με κοίταξε λοξά σαν να μου έλεγε «κόφτο».

  • Τι έχει γίνε ρε με την Τζένη;
  • Ποια Τζένη;
  • Τι ποια Τζένη, αυτήν που μένει απέναντι σου;

Που την ξέρεις εσύ ρε μαλάκα αυτή την κομπλεξικιά, την αγάμητη, την σπαζαρχίδω;

  • Την γνώρισα την περασμένη βδομάδα σε γενέθλια κοινής γνωστής και από τότε βγαίνουμε.

Έμεινα παγωτό. Ο κολλητός μου, ο αδελφός μου, ο Γρηγόρης, έβγαινε με αυτήν την καριόλα, την αχώνευτη; Κόντεψα να τρελαθώ.

  • Τι είναι αυτό που μου λες ρε μαλάκα; Σοβαρολογείς; Βγαίνεις μ’ αυτήν; Φτου σου ρε χάλια!

Με ρώτησε τι είχε συμβεί μεταξύ μας, διότι όταν τόλμησε να της πει ότι με ξέρει κόντεψε να ξεράσει. Που να τολμήσει να της πει ότι είμαστε σαν αδέλφια; Και το σημαντικότερο, ο Γρηγόρης μου δήλωσε ότι είναι γοητευμένος μαζί της και ότι σκοπεύει να το προχωρήσει το ζήτημα. Σκεφτόταν λέει να το πάει για σοβαρό. Είχα μείνει και τον κοίταζα σαν εξωγήινο. Ήταν ότι χειρότερο μπορούσε να μου συμβεί. Να τα φτιάξει ο καλύτερος μου φίλος με αυτήν την καριόλα που με αντιμετώπιζε σαν κουράδα.

  • Κοίταξε να τα βρεις μαζί της γιατί δεν θέλω να έχουμε προστριβές.

Αυτό δεν το συζητούσα καν. Δεν υπήρχε περίπτωση εγώ να μιλήσω σ’ αυτήν. Όχι να τα βρω, ούτε καλημέρα δεν επρόκειτο να της πω. Μου είπε λοιπόν ότι είχε να μου πει και μετά με καληνύχτισε γιατί είχαν να βγουν. Με παράτησε εμένα για να βγει μ’ αυτήν. Εμένα που είχα φτιάξει πρόγραμμα γαμάτο. Ούτε που πρόλαβα να του πω για την Σύλβια, ούτε τίποτα. Μου χάλασε όλο το κέφι.

——————–

Ο Γρηγόρης ήταν πολύ προβληματισμένος. Γνώρισε την Τζένη στο πάρτι της Κικής και γοητεύτηκε. Το ίδιο και εκείνη. Ήταν απ’ τους άντρες που της προκάλεσαν αμέσως το ενδιαφέρον. Εκτός του ότι ήταν πολύ καλοβαλμένος, ήταν και σοβαρός, μετρημένος, με θαυμάσιους τρόπους και ευχάριστος στην παρέα. Τι άλλο ήθελε, για να προχωρήσει πιο κάτω; Κάπως έτσι είχε σκεφτεί και εκείνος. Είχε φτάσει τα τριάντα και επειδή ήθελε να κάνει οικογένεια, έψαχνε να βρει την κατάλληλη κοπέλα. Η Τζένη ήταν είκοσι οχτώ χρόνων, όμορφη, με καλό σώμα, μορφωμένη και με καλή δουλειά. Αποφάσισε να το σκεφτεί σοβαρά το θέμα γιατί δεν ήθελε στα πάρτι που τον καλούσαν οι συνάδελφοι του να πηγαίνει κάθε φορά και με άλλη «σχέση», ούτε να καταντήσει σαν τον Θέμη που πηδούσε κάθε μέρα κι’ άλλη γκόμενα.

Όταν λοιπόν έπιασαν την κουβέντα με την Τζένη, αποφάσισαν να την συνεχίσουν και την επομένη σ’ ένα εστιατόριο. Όταν το βράδυ την άφησε σπίτι της ήταν ενθουσιασμένος. Της έστειλε λουλούδια την επομένη και η Τζένη «πετούσε» στα σύννεφα. Άρχισαν να βγαίνουν κάθε βράδυ και σε μια βδομάδα έκαναν και έρωτα. Απλά, ρομαντικά, συναισθηματικά. Έτσι ήθελε ο Γρηγόρης στην αρχή. Τα υπόλοιπα τα άφηνε για αργότερα. Όταν τέλειωσαν το πρώτο τους πήδημα, της έκανε και επίσημη πρόταση να γίνουν ζευγάρι. Η Τζένη δέχτηκε αμέσως, και τον παρέσυρε στον δεύτερο γύρω όπου ήταν ακόμα καλύτερη σε σχέση με την πρώτη φορά. Αυτοσχεδίασε περισσότερο τώρα, λες και είχε απελευθερωθεί. Δεν είχε πει τίποτα σε κανένα για την Τζένη, ούτε καν στον Θέμη που μέχρι τώρα του έλεγε τα πάντα και αναλυτικά. Στα δε γκομενικά τον συμβουλευόταν πριν συμβεί οτιδήποτε, εν τη γενέσει τους. Αυτή τη φορά όμως αποφάσισε να μην του έλεγε τίποτα γιατί ήταν σίγουρος για την κοπέλα.

Όταν ένα βράδυ της είπε ότι είναι καιρός να γνωρίσει εκείνος τους φίλους της και εκείνη τους δικούς του, τον ρώτησε με ποιους έκανε παρέα, και φυσικά πρώτον και καλύτερο ανέφερε τον Θέμη. Η Τζένη έχασε το χρώμα της, και ήταν τόσο εμφανής η δυσάρεστη έκπληξη που της προκάλεσε το όνομά του που ο Γρηγόρης τα έχασε. Η Τζένη αρχικά δεν ήθελε να πει τι ήταν αυτό που την έκανε να μην τον συμπαθεί, αλλά όταν ο Γρηγόρης επέμεινε λέγοντας της ότι ήταν ο καλύτερος του φίλος το μόνο που του είπε ήταν

  • Πως είναι δυνατόν;

Πως είναι δυνατόν να είναι ο καλύτερος σου φίλος αυτός ο άνθρωπος που έκανε εκείνο, εκείνο, το τάδε, το δείνα, και το άλλο, κτλ. κτλ. Έτσι όπως του τα έλεγε είχε κοκκινίσει απ’ την ντροπή του. Ντρεπόταν για λογαριασμό του φίλου του. Προσπάθησε να την κάνει ν’ αλλάξει γνώμη, λέγοντας της να μην κρίνει έναν άνθρωπο από τις επιπόλαιες σεξουαλικές επιλογές του, αλλά εκείνη ήταν ανένδοτη. Υποστήριζε ότι ένας άνθρωπος που συμπεριφέρεται κατ’ αυτόν το τρόπο δεν ήταν καλός άνθρωπος. Επί πλέον τον έβρισκε πολύ λαϊκό, αμόρφωτο, σεξιστή με απαράδεκτη συμπεριφορά, για να μην χρησιμοποιήσει την έκφραση «εμετική».

  • Το ξέρεις ότι κάθε φορά που με βλέπει πιάνει τον καβάλο του;

Την παρακάλεσε να σταματήσει γιατί τον έφερνε σε δύσκολη θέση, της είπε επίσης να μην ξαναμιλήσουν για αυτό το θέμα.

Ήταν φανερό όμως ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα και τον απασχολούσε. Δηλαδή, έκανε δεσμό με την Τζένη και δεν θα μπορούσε ποτέ να έρθει παρέα τους ο Θέμης; Θα αρραβωνιαζόταν και ο Θέμης δεν θα ήταν εκεί; Θα παντρευόταν χωρίς κουμπάρο τον Θέμη που το είχαν συνεννοηθεί από τα είκοσι τους; Κάτι έπρεπε να γίνει. Του τα είπε ένα χεράκι, του είπε να σκεφτεί κάτι για να διορθωθούν τα πράγματα, αλλά ο Θέμης ήταν ανένδοτος.

  • Καμία γκόμενα δεν θα με βάλει στο βρακί της.

Αυτή ήταν η άποψη τους από τότε που ήταν μικροί, και τώρα του το κοπάναγε συνέχεια σαν μπηχτή. Σαν να του έκρουε το κώδωνα του κινδύνου. Όσο κι’ αν προσπάθησε να τον μεταπείσει ότι η Τζένη δεν ήταν έτσι όπως την περιέγραφε, δεν ήταν δηλαδή ούτε σνομπ, ούτε σπαζαρχίδω, ούτε σεμνότυφη, ούτε ξινή ο Θέμης ήταν κάθετος. Τον είχε πειράξει έλεγε ότι εξ αρχής τον κοίταζε με αηδία, ότι τον αντιμετώπιζε σαν κατώτερο κι’ ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα να ασχολείται με την προσωπική ούτε με την σεξουαλική του ζωή.

Όταν μια μέρα ο Γρηγόρης της είπε να μιλήσουν σοβαρά για τους αρραβώνες τους η Τζένη του τόνισε ότι θέλει να το σκεφτεί, γιατί της ήταν αδιανόητο ο άντρας που αγαπάει και λατρεύει να κάνει τόσο κολλητή παρέα μ’ αυτόν τον απαράδεκτο τύπο. Ο Γρηγόρης της είπε ότι δεν έχει δικαίωμα να καταδικάζει έτσι τον κόσμο και έτσι έριξαν το πρώτο τους καβγαδάκι. Πράγμα που το μετάνιωσαν και οι δύο. Ο Γρηγόρης είχε επίσης κι’ άλλο ένα θέμα που τον απασχολούσε. Έβλεπαν και οι δύο τους, και ο Θέμης αλλά και η Τζένη σε πόσο δύσκολη θέση τον είχαν φέρει και δεν έκαναν τίποτα γι’ αυτό. Ούτε ο κολλητός του, ούτε η αγαπημένη του. Απ’ όλη αυτή την πίεση τον τελευταίο καιρό, κόντευε να σπάσει το κεφάλι του. Ένα βράδυ, αφού άφησε την Τζένη, πάρκαρε και αντί να μπει στο σπίτι του αποφάσισε να πάει μια βόλτα με τα πόδια σε μια κοντινή πλατεία να ησυχάσει και να σκεφτεί. Ευτυχώς είχε ερημιά. Η πλατεία ήταν μικρή, είχε μερικά ωραία δέντρα αλλά κατά τ’ άλλα ήταν ρημαδιό. Απ’ τα τέσσερα παγκάκια τα δύο είχαν πλάτη και το ένα εκ των δύο ήταν γεμάτο ακαθαρσίες. Κάθισε στο άλλο πήρε μια βαθιά ανάσα και σκύβοντας μπροστά ακούμπησε το κεφάλι του στις παλάμες του. Όλη αυτή η υπόθεση τον είχε φέρει σε αδιέξοδο. Υπήρχαν φορές που ήθελε να τα χαλάει με την Τζένη, κι’ άλλες που του είχε περάσει απ’ το μυαλό να «πουλήσει» τον φίλο του. Τις σκέψεις και την ησυχία του διέκοψε ο ερχομός μιας γιαγιάς που είχε βγάλει βόλτα το σκυλάκι της. Έναν πολύ χαριτωμένο κοπρίτη. Μην έχοντας να κάτσει πουθενά αλλού βρέθηκε δίπλα του και μάλιστα άρχισε να τον κοιτάζει πολύ εξεταστικά.

  • Τι έγινε ομορφόπαιδο, έπεσαν τα καράβια σου έξω;

Ο Γρηγόρης γέλασε και της είπε ότι δεν ήταν αυτό και έκανε κίνηση να σβήσει το τσιγάρο του για να φύγει.

  • Κοίτα αν είναι να φύγεις εξ αιτίας μου, καλύτερα να φύγω εγώ.

Ντράπηκε, και έμεινε. Η γιαγιά ήταν πολύ συμπαθής και πολύ ξηγημένη.

  • Αν δεν είναι κάτι που να έχει σχέση με υγεία αγόρι μου, δεν αξίζει να στεναχωριέσαι. Για όλα υπάρχει λύση.
  • Μπορεί, αλλά όταν οι άνθρωποι είναι αμετακίνητοι στις θέσεις τους, εγωιστές και στενοκέφαλοι εκεί σηκώνω τα χέρια ψηλά.

Μ’ εκείνα και με τ’ άλλα η γιαγιά τον κατάφερε και της είπε το πρόβλημα του με την Τζένη και τον Θέμη. Της τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Όταν τέλειωσε εκείνη έβαλε τα γέλια.

  • Αυτό είναι; Παιδί μου αυτό είναι το πιο απλό των προβλημάτων. Θα σου πω εγώ τη λύση.

Ο Γρηγόρης ακούμπησε πίσω και περίμενε ν’ ακούσει τη λύση στο πιο απλό πρόβλημα που εκείνον κόντεψε να τον φτάσει στα όρια του. Και η γιαγιά του είπε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει. Την άκουγε προσεκτικά και όσο του διηγιόταν το σχέδιο τόσο περισσότερο χαμογελούσε, σημάδι ότι του άρεσε πάρα πολύ. Στο τέλος μόνο που δεν την αγκάλιασε να την φιλήσει. Του είχε δώσει μια τρομερή λύση. Έφυγε και μετά από καιρό, κοιμήθηκε σαν πουλάκι. Από αύριο θα έβαζε σε εφαρμογή το σχέδιο της γιαγιάς.

——————————

Ο Θέμης κόντευε να πάθει κατάθλιψη μ’ όλη αυτή την ιστορία. Έτρεμε μάλιστα μην τυχόν και την ώρα που έφευγε ή γύριζε σπίτι συναντούσε αυτήν την καριόλα που σιγά-σιγά με τον τρόπο της θα τον χώριζε απ’ τον καλύτερο του φίλο. Αν το σπίτι δεν ήταν δικό τους θα έλεγε στην μάνα του και στον πατέρα του να μετακομίσουν, αλλά τώρα δεν γινόταν. Αντιλαμβανόταν ότι όσο περνούσε ο καιρός ο Γρηγόρης ολοένα και απομακρυνόταν πιο πολύ από κοντά του. Μπορεί να μίλαγαν καθημερινά στο τηλέφωνο, και μάλιστα επίτηδες δεν του τηλεφωνούσε εκείνος για να δει αν θα τον έπαιρνε, αλλά είχαν να βρεθούν τέσσερις μέρες. Για να βγουν έξω και να διασκεδάσουν ούτε λόγος. Πάνω από ένα μήνα. Η μάνα του τον έβλεπε άκεφο και σκεφτικό και ανησύχησε. Ο Θέμης για να μην της δώσει δικαιώματα, της είπε ότι ήταν γκομενοδουλειά στην μέση, κι’ έτσι τον άφησε στην ησυχία του.

Η Τζένη απ’ την άλλη ανησυχούσε επίσης για τον Γρηγόρη που τις τελευταίες ημέρες δεν τον έβλεπε καλά. Σαν να είχε χάσει λίγο το χρώμα του, είχε πονοκεφάλους και της παραπονιόταν συνέχεια για κάποιους κοιλόπονους. Μια φίλη της, της είχε πει ότι η στεναχώρια φέρνει πολλά ψυχοσωματικά προβλήματα και το είχε αποδώσει εκεί. Προσπαθούσε όμως η κακομοίρα να είναι ευχάριστη να τον παρασύρει να βγαίνουν έξω για να διασκεδάζουν και να μην σκέφτεται όλη αυτή την υπόθεση με τον απαράδεκτο φίλο του. Δεν του ξαναμίλησε ποτέ γι’ αυτόν. Όταν όμως ένα πρωί στη δουλειά της χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ένας γιατρός απ’ το Τζάνειο νοσοκομείο, για να της πει ότι ο Γρηγόρης εισήχθη εσπευσμένα με φριχτούς πόνους, έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια της. Τα μάζεψε και κλαίγοντας έτρεξε στο νοσοκομείο. Της είπαν ότι τον είχαν κάτω για εξετάσεις και ότι ήταν επιθυμία του ίδιου να μην ειδοποιήσουν την οικογένεια του μέχρι να μάθουν τι συμβαίνει ακριβώς. Όταν μάλιστα της είπαν ότι τα συμπτώματα που παρουσίαζε ήταν σοβαρά, η Τζένη αισθάνθηκε ότι όλος ο κόσμος άρχιζε να γυρίζει γύρω της και λιποθύμησε.

Όταν άνοιξε τα μάτια της ήταν ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι και μια νοσοκόμα μιλούσε με κάποιον που δεν μπορούσε να διακρίνει ποιος ήταν. Ανασηκώθηκε λίγο, αλλά μόλις κατάλαβε ότι ήταν ο Θέμης, ξανάπεσε στο μαξιλάρι της. Η νοσοκόμα την πλησίασε να την ρωτήσει πως αισθανόταν κι’ αν ήθελε κάτι. Ζήτησε λιγάκι νερό κι’ έκλεισε τα μάτια της για να αποφύγει τυχόν ανεπιθύμητες κουβέντες. Θυμήθηκε όμως τον Γρηγόρη και σηκώθηκε. Ευτυχώς μαζί με την νοσοκόμα απ’ το δωμάτιο είχε φύγει κι’ αυτός. Φόρεσε τα παπούτσια της την στιγμή που έμπαινε η νοσοκόμα με το νερό και την ρώτησε για τον Γρηγόρη. Της είπε ότι εντός ολίγου θα τον ανέβαζαν γιατί μόλις είχαν τελειώσει τις εξετάσεις. Βγήκε στο διάδρομο να τον περιμένει και αντίκρισε τον Θέμη να κόβει βόλτες, φανερά ανήσυχος και ακόμα πιο φανερά κλαμένος. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και πρησμένα. Κοιτάχτηκαν αλλά κανείς τους δεν πήρε πρωτοβουλία να χαιρετήσει τον άλλο. Όταν απ’ το βάθος άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ και βγήκε ένα κρεβάτι με ρόδες που το έσπρωχνε ένας νοσοκόμος, ο Θέμης έτρεξε προς τα εκεί. Η Τζένη τον είδε που έσκυψε πάνω στο κρεβάτι πιάνοντας το χέρι του Γρηγόρη, κάτι να του λέει και μετά μη μπορώντας να κρατηθεί να ξεσπάει σε κλάματα. Άρχισε να κλαίει κι’ εκείνη. Ήταν αδύνατον όσο και να μην τον συμπαθούσε, αυτή η εικόνα να την άφηνε ασυγκίνητη. Να βλέπει τον αδελφικό φίλο του αγαπημένου της να κλαίει σα μικρό παιδί, ήταν κάτι που την έκανε να λυγίσει. Η νοσοκόμα την κράτησε για να μην ξαναλιποθυμήσει. Έβαλαν τον Γρηγόρη σ’ ένα δωμάτιο, ο Θέμης μπήκε μαζί τους και ακολούθησε και εκείνη. Ο γιατρός όμως τους είπε να βγουν έξω για λίγο. Έκλεισε την πόρτα και όταν μετά από λίγο βγήκε τους είπε ότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων θα ήταν έτοιμα σε δύο ώρες κι’ ότι ο ασθενής θα κοιμόταν για λίγο γιατί του είχαν χορηγήσει διάφορα κατασταλτικά. Η Τζένη μπήκε στο δωμάτιο αλλά ο Γρηγόρης κοιμόταν. Κάθισε δίπλα στην καρέκλα κρατώντας του το χέρι. Η νοσοκόμα ήρθε για να αφήσει το χαρτί με τα στοιχεία του και μαζί της ήρθε και ο Θέμης. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, τον χαιρέτησε.

  • Γεια

Της ανταπόδωσε το γεια, και μετά απλώθηκε σιωπή. Σε πέντε λεπτά που της είχαν φανεί αιώνας, βγήκε απ’ το δωμάτιο. Όταν ξαναγύρισε, μύριζε τσιγαρίλα. Η Τζένη τον ρώτησε αν συνάντησε κανένα γιατρό, ή αν έμαθε κάτι για τις εξετάσεις. Της απήντησε αρνητικά. Σηκώθηκε να πάει προς τα έξω και τον ρώτησε αν θα ήθελε κάτι. «Ένα καφέ» της είπε. Όταν επέστρεψε με δύο καφέδες και του έδωσε τον έναν του είπε ότι σε λίγο υπολόγιζαν να ξυπνήσει και επίσης σε λίγο θα έφερναν και τις πρώτες εξετάσεις. Ο Θέμης την κοίταζε και κουνούσε το κεφάλι του μην μπορώντας να μιλήσει. Η νοσοκόμα που μπήκε είπε και στους δύο ότι τους ήθελε ο γιατρός στο γραφείο του. Σηκώθηκαν και την ακολούθησαν μουδιασμένοι. Ο Θέμης ειδικά προχωρούσε λες και τα είχε κάνει πάνω του. Πάντα οι άντρες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις γίνονται πιο δειλοί απ’ τις γυναίκες.

Ο γιατρός τους ρώτησε τι θα ήθελαν να γίνει όταν θα έπαιρνε στα χέρια του τις εξετάσεις. Να τους έλεγε πρώτα σε εκείνους τα αποτελέσματα, ή να τα ανακοίνωνε μπροστά και στον Γρηγόρη; Η Τζένη κοίταξε τον Θέμη.

  • Τι λες;

Εκείνος της είπε ότι καλύτερα θα ήταν να τα μάθαιναν πρώτοι εκείνοι. Συμφώνησε. Επίσης ο γιατρός τους είπε ότι επειδή σε όλες τις αρρώστιες ο ψυχολογικός παράγοντας παίζει αφάνταστα μεγάλο ρόλο, καλό θα ήταν όταν θα ξυπνούσε να μην αντιλαμβανόταν την θλίψη τους. Εν ολίγοις τους είπε όσο σοβαρά κι’ αν ήταν τα αποτελέσματα, εκείνοι θα έπρεπε να είναι ευχάριστοι και χαρούμενοι λες και έχει μια απλή γρίπη, ή μια διάρροια.

  • Δηλαδή γιατρέ ενδέχεται να είναι πολύ δυσάρεστα;

Η Τζένη έκανε την ερώτηση χωρίς να είναι σίγουρη ότι ήθελε να ακούσει την απάντηση.

  • Βεβαίως. Μπορεί να είναι από μια απλή λοίμωξη, ή μια διαταραχή του εντέρου μέχρι και καρκίνος.

Ασυναίσθητα απ’ την ταραχή που της προξένησε η λέξη «καρκίνος» το χέρι της έπιασε το χέρι του Θέμη, που της το έσφιξε σαν να ήθελε να της συμπαρασταθεί. Όμως έτρεμε, και ο γιατρός συνέχισε.

  • Αν ανοίξει τα μάτια του και σας δει θλιμμένους, θα τον «πάρει από κάτω» και αυτό είναι κάτι που δεν το θέλουμε καθόλου. Αν δεν μπορείτε να προσποιηθείτε καλύτερα να φύγετε.

Ήταν κάθετος στις οδηγίες του. Όταν βγήκαν έξω, η Τζένη αντίκρισε την μικρή της αδελφή, η οποία έτρεξε να την αγκαλιάσει ενώ κοιτάζοντας τον πάνω απ’ τον ώμο της αδελφής της χαιρέτησε τον Θέμη μ’ ένα νεύμα. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. Η νοσοκόμα κάτι ρώτησε την Τζένη και η μικρή που δεν ξεκολλούσε το βλέμμα της από πάνω του τον πλησίασε.

  • Γεια σου, εγώ είμαι η Άννα
  • Χαίρω πολύ, Θέμης.
  • Χάρηκα. Περαστικά στο φίλο σου…
  • Ευχαριστώ, αλλά όχι μόνο φίλος μου, και αρραβωνιαστικός της αδελφής σου.

Τη ρώτησε αν θα ήθελε κάτι απ’ το μπαρ του νοσοκομείου και εκείνη προθυμοποιήθηκε να πάει μαζί του. Κάθισαν να πιουν ένα καφέ, για τον Θέμη ήταν ο τέταρτος, και άρχισαν να μιλάνε για ένα σωρό πράγματα. Για το ότι τόσο καιρό συναντιόντουσαν και εκτός από καλημέρα δεν είχαν πει τίποτα άλλο, για τα γούστα τους, για το τι τους αρέσει στη μουσική ή στην τηλεόραση.

  • Εγώ λόγω δουλειάς δεν βλέπω πολύ τηλεόραση. Είμαι συνέχεια έξω.

Η Άννα του είπε ότι αυτό ήταν το όνειρό της. Να μπορεί να είναι συνέχεια έξω. Να δουλεύει, να κυκλοφορεί, να πηγαίνει εκδρομές, να διασκεδάζει, να χαίρεται τη ζωή της κι’ όχι να κάθεται καθηλωμένη μπροστά στην τηλεόραση. Ο Θέμης έβλεπε την πιτσιρίκα με πόσο πάθος μιλούσε και την χαιρόταν. Περισσότερο βέβαια χαιρόταν να βλέπει τα πόδια της έτσι όπως τα είχε σταυρώσει και είχε σηκωθεί η φουστίτσα της. Αλλά και τα χείλη της! Μιλούσε και το βλέμμα του δεν ήταν στα μάτια της. Κοιτούσε τα χείλη της και του άρεσαν τρελά.

Η μικρή φαινόταν όχι μόνο να τον γουστάρει, αλλά να τον φλερτάρει κι’ όλας. Ο Θέμης ήταν σε πολύ δύσκολη θέση. Αν ήταν διαφορετικά τα πράγματα, ήδη θα την είχε στριμώξει σε καμία τουαλέτα του νοσοκομείου, αλλά τώρα έπρεπε να σεβαστεί τόσο την κατάσταση του φίλου του, όσο και το γεγονός ότι ήταν η μικρή αδελφή της Τζένης. Σηκώθηκε για να πάει στο δωμάτιο και η μικρή φυσικά τον ακολούθησε. Έτσι όπως προχωρούσε μπροστά της τον έτρωγε με τα μάτια της. Της άρεσε πάρα πολύ αυτός ο άντρας κι’ ας ήταν δώδεκα χρόνια μεγαλύτερος της. Γι’ αυτό της άρεσε, πάντα την γοήτευαν οι μεγάλοι, τα πιτσιρίκια δεν της έλεγαν τίποτα. Όταν μπήκαν στο δωμάτιο ο Γρηγόρης είχε ξυπνήσει και μιλούσε με την Τζένη που του κρατούσε το χέρι με πολύ ευχάριστη διάθεση. Όταν άνοιξε η πόρτα γύρισαν και αμέσως ο χώρος γέμισε χαμόγελα. Ο Θέμης τον αγκάλιασε και τον φίλησε

  • Πως είσαι αγόρι μου; Γερός δυνατός, να πάω να τους πω ότι θα φύγουμε;

Ο Γρηγόρης γέλασε.

  • Πάλι καλά που δεν με είπες «άντρα μου», θα σου έριχνα κουτουλιά.

Έσκασαν στα γέλια ενώ τα κορίτσια τους κοίταζαν προσπαθώντας να καταλάβουν τι συμβαίνει. Ο Γρηγόρης τους εξήγησε ότι όταν πήγαιναν Τρίτη γυμνασίου η μάνα του μια μέρα παρουσία του Θέμη τον αποκάλεσε «άντρα μου», και από τότε ο Θέμης για να του κάνει πλάκα τον αποκαλούσε «άντρα μου». Κι’ ενώ αρχικά είχε πλάκα, μετά μεγαλώνοντας άρχισε να του την σπάει, και εκείνος συνέχιζε να τον αποκαλεί «άντρα μου», για να του τινάζει το νευρικό σύστημα στον αέρα.

  • Ξέρετε πόσα κορίτσια παλιότερα μας είχαν παρεξηγήσει; Νόμιζαν ότι είχαμε σχέση με αυτόν τον παλιομαλάκα….

Ο Θέμης έσκασε στα γέλια, αλλά ο Γρηγόρης τον κοίταξε σοβαρά.

  • Τι μου είπε ρε η Τζένη, έκλαιγες πριν;

Μόλις το άκουσε αυτό δεν άντεξε και βούρκωσε.

  • Αν θα πάθαινες τίποτα, στο λέω, εγώ θα αυτοκτονούσα.

Η Τζένη τι ήταν να το ακούσει αυτό, άρχισε πάλι το κλάμα.

  • Βρε Αννούλα μου, τι θα τους κάνουμε αυτούς τους δύο;

Η μικρή του χαμογέλασε και ο Γρηγόρης πρόσεξε ότι κρατούσε τον Θέμη απ’ το μπράτσο προσπαθώντας να τον ηρεμίσει. Ο Γρηγόρης γύρισε προς την Τζένη.

  • Πως τον είδες το φίλο μου;

Είχες δίκιο. Είναι σπάνιο παιδί. Εξαιρετικός και πονόψυχος, καμία σχέση μ’ αυτό που πίστευα.

  • Εσύ ρε, τι λες για το κορίτσι μου;

Ο Θέμης την κοίταξε χαμογελώντας

  • Η Τζένη είναι πολύ ξηγημένη κοπέλα, με μεγάλη καρδιά και…

Ο Γρηγόρης τον κοίταζε περιμένοντας την συνέχεια.

  • Και…..
  • Και με πολύ συμπαθητική αδελφή.

Η Άννα άλλο που δεν ήθελε. Πριν προλάβουν να συνεχίσουν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο γιατρός με τις εξετάσεις στα χέρια του.

  • Έτσι μπράβο, χαρούμενους σας θέλω

Η Τζένη και ο Θέμης σηκώθηκαν όρθιοι

  • Τι έγινε γιατρέ;

Ο γιατρός τους έδωσε τις εξετάσεις να τις δουν. Τις πήραν αλλά αυτά τα χαρτιά που έπιασαν στα χέρια τους ήταν κενά. Δεν έγραφαν τίποτα. Τον κοίταξαν ζητώντας εξηγήσεις. Ο γιατρός διαμαρτυρήθηκε.

  • Δεν ήταν δική μου ιδέα. Στον κύριο από δω τα παράπονα σας.

Ο Γρηγόρης σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι σαν να μην τρέχει τίποτα, κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και τους αποκάλυψε ότι όλο αυτό ήταν στημένο. Οι πόνοι, η κρίση, η εισαγωγή του στο νοσοκομείο, οι εξετάσεις και ο πιθανός καρκίνος στα έντερα ήταν ένα τεράστιο και κακόγουστο μεν, αλλά αποτελεσματικό ψέμα. Ο Θέμης του έριξε ένα φάσκελο, η Τζένη του είπε ότι κανονικά θα έπρεπε να του έδινε μια μπουνιά και εκείνος γελώντας ανέμελα έμοιαζε να μην πτοείται από τίποτα. Κάντε μου ότι θέλετε. Εγώ αυτό που ήθελα το πέτυχα. Σας έκανα και μονιάσατε. Να ‘ναι καλά η γιαγιά. Και τους διηγήθηκε όλη την κουβέντα που είχαν με τη γιαγιά εκείνο το βράδυ στην πλατειούλα. Ευτυχώς που ο γιατρός είναι άντρας μιας συναδέλφου μου απ’ το γραφείο και καταφέραμε να οργανώσουμε την τέλεια απάτη.

Χαρούμενοι και ευτυχισμένοι έφυγαν απ’ το νοσοκομείο, αποφασισμένοι το βράδυ να βγουν να διασκεδάσουν μέχρι τελικής πτώσεως. Μετά από τόση αγωνία και τόσο κλάμα είχαν κάθε δικαίωμα να γίνουν «λιώμα». Ο Γρηγόρης με την Τζένη προχωρούσαν μπροστά χεράκι-χεράκι και ο Θέμης με την Άννα πίσω, όταν αισθάνθηκε το χέρι της να ακουμπάει το δικό του. Γύρισε και η μικρή έδειχνε σίγουρη και αποφασισμένη γι’ αυτό που έκανε. Την άφησε να τον πιάσει. Η Τζένη έφυγε με τον Γρηγόρη, οπότε την γύρισε εκείνος σπίτι. Είπαν να ξαναβρεθούν κι’ εκείνη έσκυψε να τον φιλήσει. Νόμιζε ότι θα του έδινε ένα πεταχτό αποχαιρετιστήριο φιλάκι, αλλά εκείνη τον φίλησε κανονικά, στο στόμα με γλώσσα.

  • Είσαι σίγουρη γι’ αυτό που κάνεις;
  • Απόλυτα.
  • Φαντάζομαι να σου έχει πει και η αδελφή σου, ότι δεν έχω καλή φήμη όσον αφορά τις σχέσεις μου με τις γυναίκες.
  • Μαζί μου θα είναι διαφορετικά.

Την κοίταξε κατ’ ευθείαν στα μάτια.

  • Πως είσαι τόσο σίγουρη;

Η μικρή τον κοίταξε χαμογελώντας σίγουρη για τον εαυτό της.

  • Αν τα φτιάξουμε και σε πιάσω να με απατάς, θα σου κόψω τ’ αρχίδια και θα στα βάλω στο στόμα.

Αυτή ήταν η τελευταία της ατάκα κατεβαίνοντας απ’ το αυτοκίνητο. Είχα ανατριχιάσει ολόκληρος. Με χαιρέτησε χαμογελώντας και πήγε προς το σπίτι της. Την κοιτούσα αποσβολωμένος ανίκανος να αντιδράσω. Λίγο αργότερα που το σκεφτόμουν αποφάσισα ότι τα σημερινά κορίτσια είναι πολύ προχωρημένα, κι’ έβαλα τα γέλια. Όχι με την μικρή, ούτε με την εικόνα του εαυτού μου με τ’ αρχίδια μου στο στόμα, αλλά με το γεγονός ότι με τον Γρηγόρη όχι μόνο θα παραμέναμε κολλητοί φίλοι αλλά μάλλον θα γινόμασταν και μπατζανάκηδες.

  • Ταξί!

Μια κοπέλα μου φώναξε και αμέσως έκοψα ταχύτητα. Γύρισα να δω και αντίκρισα μια καλλονή, ξανθιά με μακριά μαλλιά, κολλητό τζιν και ένα μπλουζάκι που άφηνε το μισό της στήθος σε κοινή θέα. Πλησίασε κι’ έσκυψε για να μου μιλήσει. Κατέβασα το τζάμι και με κοίταξε απ’ την κορυφή μέχρι τα νύχια χαμογελώντας με υπονοούμενο.

  • Είσαι ελεύθερος;

Ήταν έτοιμη ν’ ανοίξει και να καθίσει δίπλα μου. Μάλλον ήταν έτοιμη και για άλλα πράγματα, αλλά μάλλον και για μένα ήταν η στιγμή που έπρεπε να δείξω σοβαρότητα και συνέπεια σ’ ότι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου.

  • Δυστυχώς κούκλα μου, δεν είμαι….

Κούνησα το κεφάλι μου και ανέπτυξα ταχύτητα. Λίγο πιο κάτω ένας κύριος μου έκανε νόημα.

  • Στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία σε παρακαλώ.

——————————————————–

Αν θέλετε να μάθετε τι έγινε με την κούρσα προς Μεγάλη Βρετανία, δεν έχετε παρά να πατήσετε τον σύνδεσμο.

https://www.nikosonline.gr/?p=7154

taxi-listeia-660_6-600x272

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here