Έ ν ο χ ο μ υ σ τ ι κ ό

2
180

 

bmw-desert-girl

Έ ν ο χ ο    μ υ σ τ ι κ ό

Διήγημα του Νίκου Μουρατίδη

(Από την συλλογή διηγημάτων «Εγώ ήμουν αντράκι»- εκδόσεις Τετράγωνο)

———————————————–

Το να δουλεύεις σε ξενοδοχείο έχει τα καλά του αλλά έχει τα κακά του. Όπως όλες οι δουλειές θα μου πείτε. Εγώ είμαι ο Ηλίας, είμαι απ’ τα Γιάννενα αλλά επειδή πέρασα στο Πολυτεχνείο της Αθήνας, έχω μετακομίσει και τα τελευταία πέντε χρόνια ζω στην πρωτεύουσα. Αφού δεν έπαθα κατάθλιψη την πρώτη χρονιά είπα στον εαυτό μου ότι είμαι πολύ σκληρό καρύδι και δεν πρόκειται να πάθω τίποτα. Ξέρεις τι είναι να ζεις μέσα στον καθαρό αέρα της Ηπείρου, το βλέμμα σου να αντικρίζει χιονισμένες βουνοκορφές, να κόβεις βόλτες στην λίμνη κάτω από τα αιωνόβια δέντρα και ξαφνικά να βρεθείς σε ημιυπόγεια γκαρσονιέρα στο Βύρωνα; Σοκ. Ευτυχώς που βρήκα αυτή τη δουλειά στο ξενοδοχείο και βγάζω κανένα φράγκο αλλιώς θα ήμουν σε εντελώς μίζερη κατάσταση. Εκτός απ’ τον μισθό μου έχω και πολλά τυχερά. Και επειδή το ξενοδοχείο είναι πέντε αστέρων και πολύ κυριλέ τα φιλοδωρήματα είναι πλουσιοπάροχα.

Εδώ και μία εβδομάδα όμως μου έκαναν προαγωγή και μ’ έστειλαν στο resort της εταιρίας κάτω στο Λαγονήσι. Και όχι στις αποσκευές, αλλά στην είσοδο. Μέσα σε φυλάκιο με κλιματισμό. Εκεί να δείτε χλιδή. Επειδή ήμουν νέος, εμφανίσιμος και μίλαγα πολύ καλά αγγλικά ήθελαν να ήμουν η πρώτη εντύπωση γι’ αυτούς που θα έρχονταν στο ξενοδοχείο. Δεν θα κουβάλαγα πια αποσκευές, θα έχανα τα φιλοδωρήματα, αλλά τα λεφτά ήταν πολύ καλύτερα συν ότι θα μου πλήρωναν και οδοιπορικά. Θα καθόμουν στο φυλάκιο της εισόδου, με μια σούπερ στολή, θα υποδεχόμουν τους πελάτες, θα τους καθοδηγούσα πως να μπουν μέσα στο χώρο και θα σήκωνα την μπάρα. Αυτό θα ήταν όλο κι’ όλο.

Ένας άλλος λόγος που ήμουν ενθουσιασμένος με την καινούργια μου θέση ήταν ότι λόγω καλοκαιριού μόλις τέλειωνε η βάρδια μου θα έκανα και τα μπάνια μου. Όταν ξεκίνησα να πηγαίνω βρήκα κι’ άλλα καλά. Κατ’ αρχήν μέσα στο λεωφορείο διάβαζα του σκοτωμού. Μετά ακούστε τι έκανα. Κατέβαινα στην Βάρκιζα, έβαζα το σακίδιο στην πλάτη και μέχρι το Λαγονήσι πήγαινα τρέχοντας. Ξέρετε τι άσκηση ήταν αυτή να τρέχεις σχεδόν καθημερινά γύρω στα δέκα χιλιόμετρα; Έπρεπε όμως γιατί δεν είχα άλλο τρόπο για να γυμναστώ. Όταν έφτανα στο ξενοδοχείο ήμουν μούσκεμα στον ιδρώτα αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου γιατί έκανα ένα ντους, έβαζα και την στολή μου, κι’ ήμουν έτοιμος. Μέσα σε μία βδομάδα είδα τρομερή αλλαγή και στα πόδια μου και στους κοιλιακούς μου. Πιστεύω ότι στο τέλος του καλοκαιριού θα ήμουν «φέτες».

Οι υπόλοιποι συνάδελφοι με έβλεπαν να φτάνω κάθιδρος και μου έκαναν καζούρα.

  • Μα καλά βρε θεοπάλαβε πάλι τρέχοντας ήρθες;

Δεν μπορούσα να μιλήσω άνετα μετά από τόσο τρέξιμο. Μίλαγα κοφτά και πολύ λαχανιασμένα, η δεν μίλαγα καθόλου γιατί ήταν η σειρά του δεύτερου να με ρωτήσει. Ναι δύο ήμασταν στην κάθε βάρδια.

  • Από που ξεκίνησες;
  • Από Βάρκιζα
  • Από Βάρκιζα μέχρι εδώ ήρθες τρέχοντας;
  • Δεν καταλαβαίνει τίποτα και καύσωνα να έχει αυτός εκεί, το τυρί κουμπάρε. Τρεχάτε ποδαράκια μου.
  • Είναι η μοναδική άσκηση που προλαβαίνω να κάνω ρε παιδιά.

Και τότε άρχιζαν το δούλεμα

  • Γι’ αυτό έχει κορμάρα το παιδί μας
  • Χαρά σ’ αυτήν που θα σε πάρει αγόρι μου
  • Έλα σταματήστε την πλάκα. Πάω ν’ αλλάξω κι’ έρχομαι

Σε μισή ώρα είχα κάνει το μπάνιο μου είχα πάρει το χυμό μου και ένα ωραίο σάντουιτς και ήμουν στο φυλάκιο έτοιμος για την βάρδια. Οι δύο προηγούμενοι

είχαν φύγει και ήμουν με τον Κώστα, έναν πολύ συμπαθητικό και ήσυχο τύπο. Το μόνο κακό του ήταν ότι κάπνιζε πολύ.

  • Όχι ρε γαμώτο το, πάλι εσύ μου έτυχες! Θα με φλομώσεις στο κάπνισμα όλη μέρα; Γαμώ την ατυχία μου
  • Έλα σκάσε κωλόπαιδο…ορίστε το σβήνω.

Και τότε άρχιζα να του λέω ότι έκανα πλάκα, να μην το σβήσει και έτσι ξεκίναγε πάντα η βάρδια. Και σήμερα ακούμπησα τα βιβλία μου, και ξεκινήσαμε να πούμε τα νέα μας, όταν το κλάξον ενός αυτοκινήτου μας διέκοψε. Μπροστά στην μπάρα ήταν ένα σούπερ ολοκαίνουργιο τζιπ Cayenne, με έναν καθόλου ολοκαίνουργιο οδηγό. Ήταν ο κύριος Ασημακόπουλος που είχε πατημένα τα εβδομήντα, και ήταν πολύ τακτικός πελάτης μας. Κατέβασε το τζάμι του Cayenne και μας έκανε νόημα να πάμε κοντά του. Βγήκα εγώ.

  • Χαίρετε κύριε Ασημακόπουλε, πως είστε;
  • Πολύ καλά σ’ ευχαριστώ. Να σου πω…

Μου έβαλε στο χέρι μερικά χαρτονομίσματα και μου είπε συνωμοτικά

  • Όπως πάντα θέλω εχεμύθεια.
  • Βεβαίως κύριε Ασημακόπουλε. Μείνετε ήσυχος.

Έκανα νόημα στον Κώστα και σήκωσε την μπάρα, ο κύριος Ασημακόπουλος πάτησε γκάζι και εξαφανίστηκε. Μπήκα μέσα στο φυλάκιο κοιτάζοντας το χρήμα. Διακόσια ευρό παρακαλώ.

  • Άντε πάλι τα κονόμησες
  • Και για τους δυο μας είναι
  • Του έδωσα ένα κατοστάρικο.
  • Κατάλαβες φίλε μου, εγώ δουλεύω σχεδόν τρεις μέρες για να τα βγάλω κι’ αυτός τα έχει επί δύο για μπορμπουάρ.
  • Έλα ρε Κώστα μην αρχίζεις πάλι …
  • Για ποιο λόγο μας «λάδωσε» ο παππούς;
  • Για γκομενοδουλειά, για τι άλλο; Και θέλει όπως πάντα εχεμύθεια…..

Άραξα για να φαω το σάντουιτς, προσφορά της Εύης από την κουζίνα. Μάλλον με γουστάρει γιατί τέτοια περιποίηση δεν την έχω ξαναδεί. Συνέχεια με ταΐζει, να είναι καλά το κοριτσάκι. Δυστυχώς όμως δεν είναι του τύπου μου, συν ότι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι μέχρι να τελειώσω τις σπουδές μου δεν θα ασχοληθώ με σοβαρή σχέση. Γκομενοδουλιές για μια δύο φορές γαμήσι ο.κ, αλλά για σχέση με σοβαρότητα και προοπτική, όχι. Δεν είχα χρόνο για τέτοια. Είχα διάβασμα..

  • Τι άλλο ρε Κώστα πες τίποτα. Κανένα νέο; Σπίτι όλα καλά;
  • Δεν βαριέσαι καημένε…καλά λέμε!

Μέχρι να φάω, ο Κώστας είχε αναλάβει να καλωσορίζει τους πελάτες που λόγω Παρασκευής είχαμε πολύ αυξημένη κίνηση. Πως γίνεται όλοι να μιλάνε για οικονομική κρίση και εμείς, τόσο ακριβό ξενοδοχείο να είμαστε πίτα δεν το καταλαβαίνω. Τέλειωσα και μετά το ‘ριξα στο διάβασμα. Για να μπορώ να βγάζω όσο περισσότερη ύλη μπορούσα διάβαζα παντού.

Το άγριο μαρσάρισμα ενός αυτοκινήτου με τράβηξε απ’ το βιβλίο και κοιτώντας έξω είδα μια σπορ BMW. Όταν κατέβασε το τζάμι, η οδηγός μου φάνηκε γνωστή.

  • Ωχ…την ξέρω αυτή την γκόμενα.
  • Από που ρε μαλακισμένο απ’ τον ύπνο σου;
  • Όχι αλήθεια σου λέω, περίμενε.

Βγήκα έξω φορτσάτος και χαμογελαστός και εκείνη με κοίταξε με περιέργεια.

  • Με θυμήθηκες ή ακόμα κάνεις προσπάθεια;
  • Η αλήθεια είναι ότι κάπου σε έχω ξαναδεί αλλά δεν θυμάμαι που….
  • Την περασμένη Παρασκευή το βράδυ που ήσουν;
  • Που να θυμάμαι…Παρασκευή;
  • Για να σε βοηθήσω ήσουν σ’ ένα κλαμπ…
  • Α, ναι, ναι, ναι τώρα σε θυμήθηκα. Είσαι ο τύπος…

Έσκασε στα γέλια και αντίκρισα πάλι αυτό το χαμόγελο της που νομίζω ότι θα μου μείνει αξέχαστο σ’ όλη μου τη ζωή. Γενικά ήταν πολύ ωραία κοπέλα, αλλά όταν γέλαγε γινόταν μια θεά. Την περασμένη Παρασκευή με είχε πάει ένας γνωστός να γνωρίσω ένα σχεδιαστή που θα έκανε μια καμπάνια για ρούχα και εσώρουχα και έψαχνε νέα μοντέλα, όχι από τους γνωστούς τους χρησιμοποιημένους, νέες μούρες. Θα έβλεπε μη τυχόν και του κάνω. Πήγα γιατί που ξέρεις μπορεί να μου καθόταν και να έβγαζα κανένα έξτρα φράγκο. Εκεί λοιπόν γνώρισα την Αναστασία. Βγαίνοντας απ’ την τουαλέτα την είδα κοντά στην είσοδο να προσπαθεί κάπου να τηλεφωνήσει…

  • Δεν χρειάζεται να με πάρεις, ήρθα!

Έσκασε στα γέλια και εκεί για πρώτη φορά αντίκρισα το θεϊκό της χαμόγελο.

  • Παλιό αλλά πάντα καλό!

Της έδωσα χειραψία και της είπα το όνομά μου. Δεν μου έδωσε το χέρι της απλά με κοίταξε στα μάτια και φαινόταν να διασκεδάζει με το «πέσιμο» μου.

  • Τι παίζουμε τώρα;
  • Κοίτα, με το που σε είδα είπα μέσα μου ότι πρέπει να σου μιλήσω, γιατί αν δεν σου μιλήσω και περάσουν τα χρόνια θα το έχω απωθημένο και θα μουντζώνω τον εαυτό μου και θα λέω, «Να ηλίθιε, έπρεπε να της είχες μιλήσει».

Την ώρα που το είπα, μούντζωσα πράγματι τον εαυτό μου κι’ αυτό της έφερε νέα γέλια. Φυσικά και μου έδωσε χειραψία.

  • Αναστασία
  • Έχεις παρέα ή θέλεις να σου προσφέρω ένα ποτό.
  • Να η παρέα μου

Γαμώ την ατυχία μου. Γύρισα να δω τον υπέρ- παίδαρο που την περίμενε και είδα μια άλλη κοπέλα να την αγκαλιάζει και να την παίρνει μαζί της προς τα μέσα. Εκείνη γύρισε και μου έκλεισε το μάτι σαν αποχαιρετιστήριο. Γύρισα και εγώ στην παρέα μου, αλλά μετά απ’ αυτό το κορίτσι δεν είχα το μυαλό μου σ’ αυτούς.

Και τώρα να την πάλι μπροστά μου, να με κοιτάει και να χαμογελάει αινιγματικά.

  • Είδες λοιπόν τι μικρός που είναι ο κόσμος;
  • Θα μου ανοίξεις όμως γιατί ο από πίσω θα μας φάει ζωντανούς;

Έκανα νόημα στον Κώστα ν’ ανοίξει. Πριν φύγει την ρώτησα που πηγαίνει, αλλά δεν νομίζω ότι μ’ άκουσε. Μάρσαρε κι’ εξαφανίστηκε. Εμείς ήμασταν υποχρεωμένοι να ρωτάμε που πήγαιναν και να το σημειώνουμε, αλλά δεν πειράζει. Την κοπέλα την ξέραμε….

————-———-

Η Αναστασία ήταν καλεσμένη του κυρίου Ασημακόπουλου, για να περάσει μαζί του όλο το Σαββατοκύριακο. Η γυναίκα του με τις δύο κόρες τους θα έλειπαν στο εξωτερικό, οπότε ήταν ευκαιρία να το γλεντήσει λιγάκι. Αφού τακτοποιήθηκε στον πολυτελέστατο χώρο που δεν θύμιζε καθόλου δωμάτιο ξενοδοχείου, βγήκε έξω στην ιδιωτική πισίνα. Ήταν απ’ εκείνα τα μπανγκαλόου που έμοιαζαν με βίλα και είχαν δική τους πισίνα. Ο Ασημακόπουλος ξαπλωμένος κάπνιζε πούρο, υποτίθεται ότι διάβαζε εφημερίδα αλλά στην πραγματικότητα χάζευε την Αναστασία που τώρα έβγαινε από την πισίνα. Την παρακολουθούσε πως έβγαινε μέσα απ’ το νερό ανεβαίνοντας την σκάλα φορώντας το μικροσκοπικό της μπικίνι με τα νερά να τρέχουν πάνω στο κορμί της και κόντευε να πάθει έμφραγμα. Εκείνη το είχε καταλάβει και έκανε ότι μπορούσε για να τον αφιονίσει περισσότερο. Ο Ασημακόπουλος δεν άντεξε, σηκώθηκε την πήρε στην αγκαλιά του κι’ άρχισε να την πασπατεύει και να την φιλάει. Η Αναστασία όλο τσαχπινιά του ξεγλίστρησε και μπήκε μέσα.

Έπεσε στο κρεβάτι και ο Ασημακόπουλος που την ακολούθησε άλλο που δεν ήθελε. Ξάπλωσε δίπλα της αρχίζοντας να φιλάει κάθε πόντο του κορμιού της. Αυτή η σφιχτή νεανική σάρκα ήταν αυτό που ονειρευόταν μέρες τώρα. Η Αναστασία έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στις ορέξεις του. Τον ήξερε τον Ασημακόπουλο, ήταν πελάτης της και πολύ κουβαρντάς. Ήσυχος άνθρωπος και ευγενής. Του άρεσε να γλύφει, να χαϊδεύει και έτσι και του έκανε και μερικά κόλπα τέλειωνε στο πιτς φιτίλι.

Σήμερα όμως εκεί που έκανε διάφορα ψεύτικα ότι τάχα «την βρίσκει», άρχισε να έχει μια περίεργη φαντασίωση. Στην θέση του Ασημακόπουλου είχε βρεθεί ο Ηλίας, το παιδί από το φυλάκιο στην είσοδο. Τον είχε δίπλα της γυμνό και τον έβλεπε να την αγκαλιάζει, να την φιλάει και να της χαϊδεύει το μουνί μ’ ένα τρόπο όπως δεν της το είχε κάνει κανείς άλλος. Έβλεπε τα μπράτσα του, τα πόδια του, τον σφιχτό γεροδεμένο κώλο του, και κόντευε να φτάσει σε παροξυσμό. Την φιλούσε, της έγλυφε το στήθος και της έκανε ένα γαμήσι βίαιο και τρυφερό μαζί, αλλά πάνω απ’ όλα ένα γαμήσι όλο αγάπη. Τον άκουγε να της λέει γλυκόλογα στ’ αυτί, να την γυρνάει μπρούμυτα, να της χαϊδεύει την πλάτη και εκείνη να ουρλιάζει από την ηδονή. Ούρλιαζε απ’ την καύλα αλλά και από τον συγκλονιστικό οργασμό που μόλις έζησε. Όταν άνοιξε τα μάτια της ο Ασημακόπουλος τα είχε χαμένα.

  • Πω -πω κορίτσι μου…τι ήταν αυτό; Δεν το ‘χω ξαναζήσει! Είχα ξεχάσει ότι ήσουν τόσο καλή.

Η Αναστασία του έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι και σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα. Κλειδώθηκε και προσπάθησε να συνέλθει. Το να κάνει έρωτα με κάποιον πελάτη της και να φαντασιωθεί έναν νεαρό δεν της έχει ξανασυμβεί ποτέ. Επίσης ποτέ της δεν είχε φτάσει σε οργασμό. Ποτέ. Αυτή ήταν η πρώτη φορά στην ζωή της. Έκλεισε τα μάτια και έμοιαζε ευτυχισμένη από την πρωτόγνωρη ηδονή.

Από εκείνη τη στιγμή ο Ηλίας δεν έφυγε ούτε λεπτό απ’ το μυαλό της. Η εικόνα του και μόνο της άλλαζε όλη την διάθεση και το Σαββατοκύριακο πέρασε πολύ ευχάριστα. Ο Ασημακόπουλος είχε να κάνει και κάποιες δουλειές για την εταιρία του, ήταν απασχολημένος και ήσυχος. Η Αναστασία βρήκε ευκαιρία να ξεκουραστεί και να αναπληρώσει όσο ύπνο της έλειπε. Κολύμπησε, έκανε ηλιοθεραπεία και φυσικά εκμεταλλεύτηκε το spa του ξενοδοχείου για να κάνει τα πάντα. Από μανικιούρ και πεντικιούρ μέχρι καθαρισμό προσώπου και όλα τα μασάζ. Αφού όλα έμπαιναν στο λογαριασμό του Ασημακόπουλου δεν την ένοιαζαν καθόλου τα έξοδα.

Το spa βρισκόταν μπροστά σε μία από τις πλαζ του ξενοδοχείου. Την ώρα του μανικιούρ λοιπόν έξω απ’ την τζαμαρία χάζευε κάποιες πελάτισσες οι οποίες ξαφνικά αναστατώθηκαν από κάτι κι’ άρχισε η μία να σκουντάει την άλλη, σαν να κουτσομπόλευαν κάποιον. Η Αναστασία έσκυψε λίγο παρά πάνω για να δει ποιον σχολιάζουν και είδε ότι το αντικείμενο τους ήταν ο Ηλίας. Είχε τελειώσει τη βάρδια του και με ένα πολύ σέξι μαγιό σαν αυτά που φοράνε οι κολυμβητές ετοιμαζόταν να κολυμπήσει. Άρχισε να τον χαζεύει κι’ εκείνη και παραδέχτηκε ότι όντως το θέαμα που πρόσφερε ο Ηλίας γυμνός ήταν άξιο σχολιασμού. Μέχρι να πέσει στην θάλασσα δεν πήρε τα μάτια της από πάνω του.

Την Κυριακή το απόγευμα μάζεψε τα πράγματά της

  • Σωτήρη μου θέλω να σου πω ότι πέρασα ένα υπέροχο Σαββατοκύριακο και σ’ ευχαριστώ για όλα.
  • Και εγώ μάτια μου πέρασα υπέροχα και με την πρώτη ευκαιρία να το επαναλάβουμε.
  • Από σένα εξαρτάται.

Καθώς έσκυψε να την φιλήσει της έβαλε μία επιταγή στην μισάνοιχτη τσάντα της.

—————————–

Η βάρδια μου τέλειωσε, άλλαξα και άρχισα να μαζεύω τα βιβλία μου μέσα στο σακίδιο όταν ακούστηκε η κόρνα από αυτοκίνητο που ήθελε να φύγει. Πριν σηκώσω την μπάρα κοίταξα και είδα την Αναστασία, η οποία μου χαμογέλασε. Αποφάσισα να εκμεταλλευτώ την καλή της διάθεση. Δεν σήκωσα την μπάρα και πήγα προς το μέρος της.

  • Κοίτα σύμπτωση. Την ώρα που ετοιμάζομαι να φύγω, φεύγεις και εσύ.
  • Τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται. Θα μου ανοίξεις ή τέλειωσες την βάρδιά σου και θα μείνω για πάντα εδώ;
  • Θα σου ανοίξει ο συνάδελφος. Καλά, όλο το Σαββατοκύριακο εδώ ήσουν, δεν βγήκες καθόλου;
  • Καθόλου. Χαλάρωνα και κοιμόμουνα.
  • Να σου ζητήσω μια χάρη;
  • Για να ακούσω.
  • Επειδή δεν έχω μεταφορικό μέσον μπορείς να με αφήσεις στην Βάρκιζα;
  • Σιγά την χάρη! Και γω που νόμιζα ότι θα μου προτείνεις κάτι άλλο…Έλα μπες.

Πήρα το σακίδιο μου απ’ το φυλάκιο, καληνύχτισα τους συνάδελφους και μπήκα στην σπορ BMW. Φορώντας τη ζώνη μου τη ρώτησα.

  • Δηλαδή τι νόμιζες ότι θα σου ζητούσα;
  • Ξέρω ‘γω; Κάτι πιο τολμηρό ρε παιδί μου…..

Πριν προλάβω να απαντήσω, η μπάρα σηκώθηκε και η Αναστασία πατώντας το γκάζι στο τέρμα ξεχύθηκε στο δρόμο για την Βάρκιζα. Έβαλε μουσική στη διαπασών σαν να ήθελε να αποφύγει να κουβεντιάσουμε. Οι U2 με νεανική ορμή τα έδιναν όλα.

You’re on the road
but you’ve got no destination
you’re in the mud
in the maze of her imagination

Οδηγούσε πολύ καλά και πολύ γρήγορα. Στην αρχή ομολογώ ότι τα είχα κάνει πάνω μου, αλλά όταν διαπίστωσα ότι ήξερε τι έκανε, χαλάρωσα. Περάσαμε την Βάρκιζα και δεν σταμάτησε, γύρισε με κοίταξε χαμογελώντας κι’ έφυγε σφαίρα.

It’s a beautiful day
don’t let it get away
It’s a beautiful day

Φτάσαμε σ’ ένα ταβερνάκι στο Καβούρι, πάρκαρε κι’ έκλεισε τη μουσική.

  • Πεινάω σαν λύκος. Ελπίζω και εσύ.

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και την ακολούθησα. Ευτυχώς θυμήθηκα και το κατοστάρικο του Ασημακόπουλου και ηρέμισα κάπως. Έπρεπε εγώ να πληρώσω.

Παραγγείλαμε κρασάκι και ξεκινήσαμε τη κουβέντα.

  • Αλήθεια σου λέω, πολύ σ’ ευχαριστώ για αυτήν την εξέλιξη της βραδιάς. Τρομερή ανατροπή.
  • Για πες, αν δεν ήμασταν εδώ τι θα έκανες; Αλήθεια όμως ε;
  • Θα πήγαινα με τρεις συγκοινωνίες σπίτι μου, θα έπαιρνα 2 σουβλάκια, θα τα έτρωγα και θα διάβαζα μέχρι να με έπαιρνε ο ύπνος….όπου στα όνειρά μου θα ήσουν και πάλι η πρωταγωνίστρια.

Σπάστηκε και μου το έδειξε με μια γκριμάτσα απογοήτευσης.

  • Να αυτά να μην έλεγες θα ήσουν καλύτερος.

Την κοίταξα πολύ σοβαρά μόνο και μόνο για να καταλάβει ότι δεν έκανα πλάκα.

  • Μου είπες να σου πω την αλήθεια. Ε, η αλήθεια είναι ότι από τότε που σε είδα σε κείνο το κλαμπ σε σκέφτομαι συνέχεια.
  • Γιατί;
  • Γιατί είσαι από τα κορίτσια που εμφανισιακά τουλάχιστον μου αρέσεις πολύ. Όταν γέλασες όμως, εκεί ήταν σα να έβλεπα το κορίτσι των ονείρων μου. Μετά που είπαμε δυο κουβέντες και διαπίστωσα ότι ήσουν ξύπνια και όχι καμιά σαχλή γκόμενα σαν αυτές που συχνάζουν σε τέτοια μέρη, τότε ενθουσιάστηκα.
  • Μπα και συ πως και συχνάζεις σε τέτοια μέρη που πάνε σαχλές γκόμενες;
  • Εγώ ήμουν από σπόντα εκεί
  • Εγώ είδα ότι ήσουνα με πολύ κοσμική παρέα με μοντέλα και σχεδιαστές μόδας.
  • Έλα σταμάτα γιατί ντρέπομαι. Με πήγε ένας φίλος μου για να με γνωρίσει αυτός ο σχεδιαστής που ζητούσε μοντέλα μη τυχόν και βγάλω κανένα έξτρα χαρτζιλίκι.
  • Και, τελικά το έβγαλες το έξτρα χαρτζιλίκι;
  • Δεν θα είσαι καλά. Ο τύπος μου είπε να πάμε μετά στο σπίτι του…

Γέλασε ανοικτόκαρδα και με παρότρυνε να της πω κι’ άλλα. Αισθανόμουν σαν να με πέρναγε από κάποιο είδους τεστ.

  • Από που είσαι;
  • Από τα Γιάννενα, έχω άλλα 4 αδέλφια, είμαι στην Αθήνα τα τελευταία 5 χρόνια όπου δουλεύω και σπουδάσω Μηχανολόγος- Ηλεκτρολόγος στο Πολυτεχνείο. Ευτυχώς τελειώνω, στο πτυχίο είμαι, και μου ‘χει βγει ο….άντε μη το πω και τρώμε. Παράλληλα δουλεύω σαν φύλακας για να μπορώ να πληρώνω την διαμερισματάρα μου στο Κολωνάκι.

Ξέσπασε πάλι σε γέλια.

  • Που μένεις;
  • Σε ημιυπόγεια γκαρσονιέρα στον Βύρωνα.
  • Και μέσα σ’ όλα αυτά απ’ ότι βλέπω βρίσκεις και χρόνο να κάνεις την γυμναστικούλα σου έτσι;
  • Δε βαριέσαι…εκτόνωση. Χτυπιέμαι με τα βάρη για να μην χτυπάω το κεφάλι μου στο τοίχο. Αλλά πιο πολύ μ’ αρέσει το τρέξιμο. Η σειρά σου τώρα.
  • Τι θέλεις να μάθεις; Είμαι από Θεσσαλονίκη, έχω ένα μικρότερο αδελφό, τσακώθηκα με τους δικούς μου και εδώ και οχτώ χρόνια ζω στην Αθήνα όπου δουλεύω προϊσταμένη σε κατάστημα καλλυντικών.
  • Και βγάζεις τόσα πολλά που σου επιτρέπει να έχεις το τελευταίο μοντέλο της BMW;
  • Όχι βέβαια. Μια θεια μου που μου είχε τρομερή αδυναμία μου άφησε μια κληρονομιά.
  • Και στο Ξενοδοχείο τι έκανες όλο το Σαββατοκύριακο;
  • Καλεσμένη μιας φίλης μου.
  • Που μένεις;
  • Στο Κολωνάκι.
  • Ωραία εγώ να πηγαίνω σιγά-σιγά, γιατί αν δεν φύγω από μόνος μου σίγουρα θα με διώξεις εσύ…

Έκανα την κίνηση για να σηκωθώ, και σκασμένη στα γέλια απ’ το ύφος μου κοίταξε γύρω αν μας έβλεπαν οι υπόλοιποι πελάτες

  • Σταμάτα παιδί μου μας βλέπουνε. Κάτσε κάτω. Πω –πω κομπλεξικός είσαι;
  • Μέχρι τώρα όχι, τώρα αρχίζω να γίνομαι. Προϊσταμένη, Κολωνάκι, Λαγονήσι, κληρονομιά, BMW…συγνώμη τι άλλο με περιμένει πες το τώρα.

Γελάγαμε σαν ξέγνοιαστα παιδιά και η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε. Εγώ αισθανόμουν καταπληκτικά κι’ απ’ ότι είδα και εκείνη διασκέδαζε αφάνταστα. Μου το είπε κιόλας, ότι η παρέα μου ήταν «μοναδική». Χρησιμοποίησε αυτή τη λέξη και την είπε με έντονο τρόπο. Ο σερβιτόρος έφερε τον λογαριασμό και έπιασε την τσάντα της.

  • Ηλία θα μου επιτρέψεις να σου κάνω εγώ το τραπέζι.
  • Αυτό κάνω ότι δεν το άκουσα.

Πλήρωσα και φύγαμε. Στην διαδρομή για Αθήνα έβαλε πάλι μουσική, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν σιωπηλή. Τραγουδούσε συνεχώς και έμοιαζε ευτυχισμένη. Ήθελε να με αφήσει σπίτι αλλά εγώ επέμενα να την συνοδέψω μέχρι το δικό της. Φτάσαμε στην οδό Φωκυλίδου και σταμάτησε.

  • Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν ήθελες να σε αφήσω πρώτα εσένα σπίτι σου;
  • Πρώτον ήθελα να σε συνοδέψω μέχρι την πόρτα του σπιτιού σου και δεύτερον όσο περισσότερο είμαι μαζί σου…το καλύτερο μου.

Κοιταχτήκαμε χωρίς να μιλάμε, αισθάνθηκα ότι κάτι ήθελε να μου πει, που τελικά δεν το τόλμησε και δίνοντας μου ένα φιλάκι στο μάγουλο με καληνύχτισε.

  • Καληνύχτα και πάλι σε ευχαριστώ.

Την στιγμή που έβγαλα τη ζώνη και άνοιξα για να κατέβω, το χέρι της ακούμπησε το δικό μου. Γύρισα και αντίκρισα το βλέμμα της γυναίκας που δίψαγε για έρωτα. Την τράβηξα προς το μέρος μου και την φίλησα στο στόμα. Αυτό ήταν. Γραπώθηκε πάνω μου και παρέλυσε.

Κάπως έτσι ανεβήκαμε μέχρι επάνω στο διαμέρισμά της. Τα χείλη μας δεν ξεκόλλησαν παρά ελάχιστες στιγμές. Όταν η πόρτα του διαμερίσματος άνοιξε μπήκαμε μέσα παραπατώντας. Γδυθήκαμε εκεί στα όρθια και πίστεψα ότι θέλει να γαμηθούμε εκεί επί τόπου, αλλά τελικά με παρέσυρε στην κρεβατοκάμαρα. Η Αναστασία δεν ξέρω τι είχε πάθει αλλά ήταν σε παροξυσμό. Σαν μια λέαινα που ήθελε να διεκδικήσει το ταίρι της λες και θα της το έπαιρναν μέσα απ’ την αγκαλιά της. Ο έρωτας που κάναμε ήταν όλο τρέλα. Δεν με άφησε να της κάνω πολλά πράγματα, ήθελε να έχει εκείνη το πάνω χέρι, ήθελε να με χορτάσει και μου το έλεγε συνέχεια. Όταν κάποια στιγμή που δεν άντεξα άλλο και ήθελα την γεύση της στο στόμα μου, την γύρισα ανάσκελα, της άνοιξα τα πόδια κι’ άρχισα να την γλύφω. Δεν ήθελε και πολύ, τέλειωσε ουρλιάζοντας από ηδονή. Φαίνεται ότι ήταν έτοιμη και δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Κι’ έτσι όπως ήταν μουσκεμένη της έκανα ένα πολύ ωραίο γαμήσι. Ήταν απ’ τις φορές που είχα όρεξη και ότι της έκανα την απογείωνε. Οι απανωτοί οργασμοί της ήταν σημάδι ότι περνούσε υπέροχα. Δεν είχαμε βάλει προφυλακτικό και ούτε την είδα να έχει πρόβλημα που τέλειωσα μέσα της. Όταν ξάπλωσα πλάι της και την αγκάλιασα, κούρνιασε σαν μικρό παιδί. Μίλησα πρώτος.

  • Ακούω
  • Πέρασα υπέροχα
  • Και…

Ανασηκώθηκε, ήρθε πάνω μου και με αγκάλιασε όσο πιο σφιχτά γινόταν χώνοντας το κεφάλι μου στην σχισμή του στήθους της..

  • Θέλεις να σου πω τι θα γίνει στην συνέχεια; Επειδή εγώ θέλω πολλά, για ν’ ακούσω εσένα πρώτα.

Χαλάρωσε την αγκαλιά με κοίταξε κι’ άρχισε να μου χαϊδεύει το πρόσωπο. Δεν μου έχει συμπεριφερθεί καμία γκόμενα μ’ αυτό το τρόπο.

  • Αν είσαι ελεύθερη, εγώ θα ήθελα πολύ να είμαστε μαζί. Είσαι το καλύτερο μου.
  • Χίμηξε και φίλησε με πάθος γελώντας.
  • Και μένα. Τέλεια. Τα φτιάξαμε τώρα;
  • Ναι, πλάκα δεν έχει;
  • Εσύ πως και δεν έχεις σχέση;
  • Είσαι τυχερή που με βρήκες σε περίοδο που δεν ήθελα σχέσεις….
  • Μωρέ τι μας λες…γελοίε τύπε. Θα μου μιλάς έτσι πάντα για να ξέρω ή θα λες και καμιά σοβαρή κουβέντα;
  • Πάντα είμαι σοβαρός, αλλά ποτέ δεν χάνω το χιούμορ μου. Θα δεις ότι όταν έχεις τα νεύρα σου, το χιούμορ μου θα μας σώσει.

Ανασηκώθηκε κάθισε πάνω μου κι’ άρχισε να μου τρίβεται. Δεν ήθελα και πολλά. Με μια τέτοια γυναίκα γυμνή πάνω μου, μου σηκώθηκε αμέσως. Μου τον έπιασε και προσπάθησε να τον βάλει μέσα της.

  • Τι θα ‘λεγες για ένα γύρω ακόμα; Αντέχεις;

Τις επόμενες μέρες μάζεψα τα ρούχα και τα βιβλία μου και χωρίς να ξενοικιάσω το δικό μου μετακόμισα στο διαμέρισμα της Αναστασίας. Ήταν αρκετά μεγάλο, και είχε και ένα δωμάτιο ξενώνα όπου το μετατρέψαμε σε γραφείο για να μπορώ να απομονώνομαι και να διαβάζω. Από την μίζερη ημιυπόγεια γκαρσονιέρα στο Βύρωνα βρέθηκα σε διαμέρισμα εκατόν τριάντα τετραγωνικών στο Κολωνάκι, ένα όροφο κάτω απ’ το ρετιρέ και με θέα το λόφο του Λυκαβηττού. Ήμουν τόσο ευτυχισμένος που δεν μπορώ να σας το περιγράψω με λόγια. Έπρεπε να με βλέπατε. Χαμογελούσαν και τα μουστάκια μου που λένε. Μια κοπέλα που μου άρεσε απ’ την πρώτη στιγμή που την είδα, αυτή τη στιγμή είναι γκόμενα μου και συζούμε. Ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό. Αλλά όμως, ήταν.

Ήμουν ξάπλα στο πάτωμα κάνοντας τους καθημερινούς τρακόσους κοιλιακούς μου και συγχρόνως διάβαζα, όταν άνοιξε η ενδιάμεση πόρτα και βγήκε απ’ την κρεβατοκάμαρα η Αναστασία αγουροξυπνημένη. Χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά τριγύρω πήγε κατ’ ευθείαν στην καφετιέρα. Ήπιε μια γουλιά και τότε με είδε.

  • Το καλύτερο πράγμα όταν έχεις δεσμό.
  • Ποιο;
  • Που το πρωί βρίσκεις έτοιμο καφέ.
  • Ευχαριστώ πολύ αγάπη μου. Καλημέρα

Αντί για καλημέρα έβγαλε ένα μουγκρητό. Πήγα κοντά της την αγκάλιασα και την φίλησα στο λαιμό. Μούγκρισε πάλι.

  • Μμμμμμ
  • Εχτές με πήρε ο ύπνος πριν έρθεις. Συγνώμη δεν άντεχα.
  • Μμμμμμ
  • Τι ώρα γύρισες;
  • Δεν θυμάμαι μωρό μου, δεν είδα ρολόι.

Με τον καφέ στο χέρι μπήκε στο μπάνιο χωρίς να κλείσει την πόρτα, και σε λίγο άκουσα το νερό του ντους να τρέχει. Είχα τέτοιες καύλες που δεν άντεξα. Τα έβγαλα όλα και μπήκα μαζί της κάτω απ’ το νερό. Με περίμενε. Αρχίσαμε τα παιχνίδια κι’ έτσι όπως την πασπάτευα την ακινητοποίησα κρατώντας της τα χέρια και της έκανα ένα γαμήσι κάτω απ’ το ντους που απ’ ότι μου είπε θα το θυμόταν σ’ όλη της τη ζωή. Αλλά και εγώ δεν νομίζω ότι θα μου ξανατύχει εύκολα τέτοια γυναίκα, που να είναι τόσο κούκλα, τόσο σέξι και να με γουστάρει τόσο πολύ. Η Αναστασία δεν ξέρω αν ήταν και πριν έτσι, αλλά νομίζω ότι μαζί μου γούσταρε να κάνει σεξ. Έφυγα να πάω στη σχολή και την σκεφτόμουν συνέχεια. Της έστειλα ένα γραπτό μήνυμα. «Εξακολουθώ και σε λατρεύω. Κάθε μέρα και περισσότερο». Σε πολύ λίγο μου ήρθε η απάντηση. «Το βράδυ θα σου πω τι σημαίνει λατρεία».

Η Αναστασία άφησε το κινητό πάνω στον καναπέ και πήγε να βάλει ένα δεύτερο καφέ, όταν το άκουσε να χτυπάει. Την καλούσε ο Ασημακόπουλος.

  • Έλα Σωτήρη μου, τι κάνεις; Βεβαίως, πες μου.

Ήθελε λέει να της συστήσει ένα πολύ καλό του φίλο, πολύ γνωστό επιχειρηματία και πολύ ισχυρό άντρα. Τόσο ισχυρό, που καλεί σπίτι του για φαγητό όλο το υπουργικό συμβούλιο. Δεν της είπε παρά πάνω λεπτομέρειες απ’ το τηλέφωνο. Της είπε μόνο ότι θα την περίμενε το απόγευμα κατά τις επτά στη σουίτα εξακόσια έντεκα ενός πολύ γνωστού ξενοδοχείου.

——————————-

Στις επτά ακριβώς η Αναστασία χτυπούσε την πόρτα της σουίτας. Ένας άντρας γύρω στα εξήντα πέντε, με ένα πρόσωπο σκληρό, σχεδόν διεστραμμένο, άνοιξε την πόρτα. Είχε χαλαρώσει την γραβάτα του, είχε ανασηκώσει τα μανίκια του πουκαμίσου, κρατούσε ένα ποτό στο ένα χέρι και ένα πούρο στο άλλο. Την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω χωρίς να παραμερίσει για να περάσει.

  • Εσύ είσαι η Αναστασία;
  • Μάλιστα. Και εσείς υποθέτω ότι είστε ο κύριος Καράς.

Είχε αρχίσει να παίρνει «ανάποδες» με το ύφος και την συμπεριφορά του.

  • Σσσς, πέρνα μέσα και κάτσε εκεί.

Της έδειξε μια πολυθρόνα. Η Αναστασία υπάκουσε αν και το ύφος του εξακολουθούσε να μην της αρέσει καθόλου. Κάθισε απέναντι της σε μια άλλη πολυθρόνα και άπλωσε το ένα πόδι του προς το μέρος της.

  • Βγάλε μου το παπούτσι.

Έμεινε άναυδη με την αυταρχική συμπεριφορά του. Δίστασε προς στιγμή αλλά μετά έσκυψε και του το έβγαλε.

  • Και το άλλο

Έβγαλε και το άλλο και τον κοίταξε για να δει που θα οδηγούσε όλο αυτό.

  • Τι κοιτάς, τις κάλτσες δεν θα μου τις βγάλεις;

Όταν του έβγαλε και τις κάλτσες, την κοίταξε σαν να έβλεπε ένα κομμάτι κρέας.

  • Έλα η σειρά σου τώρα, γδύσου.

Σηκώθηκε μ’ ένα κακό προαίσθημα και σκεφτόταν αυτά που θα έλεγε στον Ασημακόπουλο γι’ αυτόν τον παλιομαλάκα που της σύστησε. Ήταν συνηθισμένη σε πολύ ευγενείς κυρίους, πολύ τζέντλεμαν με άψογους τρόπους. Όχι σαν αυτού του τέρατος. Όση ώρα γδυνόταν αυτός την παρατηρούσε κι’ όταν έμεινε με το κυλοττάκι σηκώθηκε και της έδωσε ένα χαστούκι στον κώλο ενώ συγχρόνως την τράβηξε κοντά του και την δάγκωσε με δύναμη στο στήθος. Ούρλιαξε απ’ το πόνο.

  • Αααα με πονέσατε πάρα πολύ.
  • Δεν πειράζει θα συνηθίσεις και θα σ’ αρέσει
  • Δεν πρόκειται να μ’ αρέσει καθό…..

Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρόταση της, την βούτηξε απ’ το πρόσωπο και το ΄φέρε μπροστά του.

  • Θα σ’ αρέσει και θα πεις κι’ ένα τραγούδι.

Της έδωσε μια σπρωξιά και την έριξε στο κρεβάτι μπρούμυτα. Πριν προλάβει να γυρίσει έπεσε πάνω της κι’ άρχισε να της κάνει ένα βίαιο σεξ, καθόλου ευχάριστο για εκείνη αλλά απ’ ότι φαινόταν πολύ ικανοποιητικό για εκείνον. Όταν τέλειωσε έπεσε δίπλα της ανάσκελα και συνέχισε να καπνίζει το πούρο του. Η Αναστασία πολύ εκνευρισμένη απ’ όλο αυτό που συνέβη σηκώθηκε σε έξαλλη κατάσταση κι’ άρχισε να ντύνεται. Έβραζε από θυμό και δεν ήθελε ούτε ντους να κάνει. Ήθελε να φύγει μια ώρα αρχύτερα απ’ τη σουίτα αυτού του μαλάκα. Αυτός μάλλον το κατάλαβε και για να την κάνει να αισθανθεί καλύτερα της άφησε δίπλα στην τσάντα της μια επιταγή ήδη συμπληρωμένη. Η Αναστασία με την άκρη του ματιού της είδε ότι ήταν σε διαταγή Εμού του ιδίου και είχε το ποσόν των τριών χιλιάδων ευρώ. Έμεινε άφωνη με την γενναιοδωρία του «τέρατος». Τέτοιο ποσόν για μισή ώρα σεξ δεν είχε εισπράξει ποτέ κι’ από κανένα. Η φωνή του διέκοψε τις σκέψεις της.

  • Αύριο την ίδια ώρα μπορείς;

Κοιτάζοντας την επιταγή των τριών χιλιάδων του είπε

  • Μάλιστα.
  • Ο.Κ σε περιμένω την ίδια ώρα εδώ. Σ’ αυτό το δωμάτιο, αλλά δεν σε θέλω σεμνότυφη και κλαψιάρα. Μου είπαν ότι είσαι γκόμενα με τσαγανό. Φύγε τώρα.

Τα μάζεψε όπως –όπως κι’ έφυγε.

Όταν γύρισα στο σπίτι η Αναστασία έλειπε και το κινητό της το είχε κλειστό. Αποφάσισα λοιπόν για να της κάνω έκπληξη να συμμαζέψω και να μαγειρέψω. Θα έκανα σπαγγέτι με σάλτσα από ντομάτα, μανιτάρια και σκόρδο και θα την «έσβηνα» με βότκα. Έφτιαχνα την σάλτσα λοιπόν, όταν άκουσα τα κλειδιά της και την είδα να μπαίνει κλαμένη. Χωρίς να μου πει τίποτα πήγε κατ’ ευθείαν στο μπάνιο. Ανησύχησα και την ακολούθησα να δω τι συμβαίνει. Είχε κλειδώσει.

  • Αγάπη μου τι έγινε;

Δεν μου απάντησε.

  • Αναστασία μου, αν δεν μου πεις σ’ εμένα τι συμβαίνει, σε ποιόν θα το πεις;
  • Μισό λεπτό σε παρακαλώ έρχομαι.

Η φωνή της ακούστηκε σε κακό χάλι. Έκανα υπομονή και περίμενα να ηρεμίσει και να έρθει να κουβεντιάσουμε. Κατέβασα την σάλτσα απ’ τη φωτιά, και περίμενα. Όταν άκουσα την πόρτα του μπάνιου ν’ ανοίγει, μ’ έπιασε ταχυκαρδία. Βγήκε σε κακό χάλι φορώντας μια νυχτικιά και μια ρόμπα. Δεν την είχα ξαναδεί έτσι ντυμένη ποτέ. Πήγε και κάθισε στον καναπέ τρέμοντας. Την αγκάλιασα και εκείνη γραπώθηκε πάνω μου σαν να φοβόταν μη με χάσει.

  • Τι έγινε αγάπη μου ποιος σε στεναχώρησε;
  • Τίποτα μωρό μου κάτι προβλήματα στην δουλειά.
  • Προβλήματα στην δουλειά που γυρίζεις κλαμένη, τρέμεις ολόκληρη και κλειδώνεσαι στο μπάνιο; Θα είναι κάτι πολύ σοβαρό.
  • Ναι είναι. Παραιτήθηκα.

Την άφησα απ’ την αγκαλιά μου και την κοίταξα ανακουφισμένος.

  • Αυτό είναι βρε χαζό και στεναχωριέσαι;
  • Μου πήρε τα χέρια και τα ξαναέβαλε γύρω της.
  • Αγκάλιασε με σε παρακαλώ και μην με αφήσεις ποτέ.

Άρχισα να την χαϊδεύω και να την φιλάω στο λαιμό για να την χαλαρώσω και σιγά-σιγά άρχισα να της βάζω χέρι. Τινάχτηκε σαν τρελή.

  • Όχι δεν θέλω τέτοια σήμερα. Μόνο αγκαλίτσες.
  • Ναι αγάπη μου, ότι θέλεις, μόνο αγκαλίτσες.

Τώρα κάπως άρχιζε να ηρεμεί.

  • Εσύ τι έκανες;
  • Μας σκεφτόμουν.
  • Δηλαδή;
  • Δηλαδή να, τι θα κάνουμε όταν πάρω το πτυχίο μου και βρω δουλειά.

Με κοίταξε με ενδιαφέρον. Ήθελα να της πω πολλά πράγματα για να την κάνω να ξεχαστεί.

  • Που θα παντρευτούμε, και θα κάνουμε οικογένεια…

Η αλήθεια είναι ότι περίμενα κάποια αντίδραση της όταν της μίλησα για γάμο και οικογένεια, αλλά εκείνη μου άλλαξε συζήτηση.

  • Τι μαγείρεψες;
  • Σπαγγέτι. Θέλεις να φάμε, πεινάς;

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Σηκώθηκα να βάλω τα μακαρόνια να βράσουν, ενώ ακόμα με απασχολούσε το γεγονός ότι πέρασε τόσο πολύ στο ντούκου το θέμα του γάμου και της οικογένειας. Το απόδωσα στο γεγονός ότι ήταν φορτισμένη αρνητικά από την δουλειά της.

—————————————

Την επομένη ο επιχειρηματίας κύριος Κίμωνας Καράς ήταν ξαπλωμένος στην πολυθρόνα της σουίτας εξακόσια έντεκα πίνοντας το ουίσκι του και καπνίζοντας το πούρο του. Το ύφος του ήταν και πάλι πρόστυχο και αντιπαθητικό. Η Αναστασία ήρθε ημίγυμνη απ’ το μπάνιο του έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες ενώ αυτός προσπαθούσε να φέρει το πόδι του προς το στόμα της για να την κάνει να του το γλύψει. Η Αναστασία με το που το κατάλαβε, ταράχτηκε και τραβήχτηκε.

  • Έλα, είπαμε όχι σεμνοτυφίες
  • Ξέρετε δεν έχω συνηθίζει σε τέτοια….
  • Το είπαμε αυτό. Θα συνηθίσεις και θα σ’ αρέσει θες δε θες. Σήκω τώρα και γύρνα να σε δω από πίσω.

Υπάκουσε

  • για σκύψε

Έσκυψε

  • κι’ άλλο…

Καθώς έσκυψε περισσότερο, σήκωσε το πόδι του και δίνοντας της μια κλωτσιά την πέταξε στο κρεβάτι. Τρόμαξε και την έπιασε ταραχή, αλλά πριν προλάβει να αντιδράσει αυτός ήρθε από πάνω της και άρχισε να της δίνει χαστούκια στο κώλο. Μετά ξεκίνησε ένα αργό και βασανιστικό σεξ, ο θεός να το κάνει, όπου της φάνηκε ένας αιώνας. Δεν μπόρεσε να του σηκωθεί καλά ούτε και ολοκλήρωσε. Ευτυχώς την παράτησε και μπήκε στο μπάνιο βλαστημώντας.

Η Αναστασία ντύθηκε με απίστευτη ταχύτητα. Ήθελε όταν θα έβγαινε απ’ το μπάνιο να ήταν έτοιμη για να φύγει. Όταν βγήκε την κοίταξε μ’ ένα ύφος όλο σαρκασμό.

  • Δεν με αντέχεις ούτε λεπτό έτσι;

Δεν του απάντησε, γιατί αν του απαντούσε θα έπρεπε να του ρίξει μια ροχάλα και να τον πλακώσει στο ξύλο. Ήταν από τους ανθρώπους που ευχαρίστως αν είχε ένα πιστόλι τον «καθάριζε» επί τόπου. Της έδωσε την επιταγή και η Αναστασία την έβαλε στην τσάντα της.

  • Αυτήν την αντέχεις όμως…

Τον κοίταξε με όση περισσότερη περιφρόνηση μπορούσε.

  • …πουτανίτσα!

Το χαστούκι που της έδωσε, αυτή τη φορά ήταν στο πρόσωπο. Χωρίς να του απαντήσει ή να τον χαιρετήσει γύρισε κι’ έφυγε.

Ο καιρός περνούσε και με την Αναστασία τα πράγματα πήγαιναν ολοένα και καλύτερα. Είχα δώσει όλα μου τα μαθήματα και κατά πάσα πιθανότητα τα είχα πάει πολύ καλά. Περιμένοντας τα αποτελέσματα, στα ρεπό μου πηγαίναμε εκδρομές ενώ τις καθημερινές τις περνάγαμε με σινεμά, και βόλτες στο Γκάζι ή στου Ψυρρή. Ήταν οι αγαπημένες της περιοχές. Όταν φτάναμε εκεί γινόταν άλλος άνθρωπος. Έκανε σαν παιδάκι. Ένα πρωί έφυγα για την δουλειά αλλά επειδή μου είχε φανεί πολύ κουρασμένη δεν την ξύπνησα. Συνήθως ήθελε το πρωί να κάνουμε σεξ. Ήταν αυτό που της είχε λείψει απ’ τη ζωή της γιατί όπως μου εξομολογήθηκε λίγες ήταν οι σχέσεις στη ζωή της που τις άντεξε για πολύ καιρό. Το να κοιμάται με κάποιον για μήνες και να ξυπνάει μαζί του, όπως τώρα μαζί μου, της ήταν σχεδόν πρωτόγνωρο. Γούσταρε λοιπόν το πρωί να κάναμε έρωτα γιατί όπως μου έλεγε οι πρωινές καύλες ήταν αναντικατάστατες. Της άφησα ένα σημείωμα, κι’ έφυγα.

Όταν ξύπνησε, άπλωσε το χέρι της για να πιάσει τον Ηλία, και άντ’ αυτού έπιασε το σημείωμα του. Το διάβασε και έβαλε τα γέλια. Ήταν τυχερή μ’ αυτό το παιδί. Την λάτρευε, ήταν κούκλος, είχε απίστευτη πλάκα και ήταν πολύ καλός εραστής. Ο πρώτος άντρας με τον οποίο είχε οργασμό, κι’ αυτό δεν ήταν μικρό πράγμα! Τεντώθηκε για να μπορέσει να συνέλθει απ’ τον ύπνο και για μερικά λεπτά αποφάσισε να γουζουρέψει. Κάτι σκέφτηκε όμως, πήρε την τσάντα της που την είχε στην πολυθρόνα και έβγαλε ένα ημερολόγιο. Άρχισε να ψάχνει πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε αδιαθετήσει τον προηγούμενο μήνα. Πάντα το σημείωνε. Όταν βρήκε την σημειωμένη ημερομηνία, έκανε τους υπολογισμούς και διαπίστωσε ότι είχε καθυστέρηση. Και μάλιστα μιάμισης βδομάδας. Πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι φρικαρισμένη, έβαλε μια φόρμα γυμναστικής και ένα ζευγάρι σαγιονάρες, πήρε μέσα απ’ την τσάντα το πορτοφόλι της και έφυγε. Ήθελε να πάει μέχρι το φαρμακείο να πάρει τεστ εγκυμοσύνης. Πήρε τρία. Και τα τρία της βγήκαν θετικά. Έπεσε ανάσκελα στο κρεβάτι κι’ έμεινε εκεί τουλάχιστον για μισή ώρα. Σκέφτηκε τα πάντα. Απ’ όλες τις πλευρές. Πήρε την γυναικολόγο της, που μετά από οχτώ χρόνια που την παρακολουθούσε είχαν γίνει φίλες, και ήξερε τα πάντα για την σεξουαλική της ζωή.

  • Και γιατί κάνεις έτσι; Έγκυος έμεινες δεν ήρθε το τέλος του κόσμου.
  • Μάρθα μου είναι το τελευταίο πράγμα που ήθελα να μου συμβεί.
  • Έχεις κάποιο δεσμό τελευταία, ή έτσι….
  • Έχω.
  • Λέγε δεν θα στα βγάλω με το τσιγκέλι
  • Είναι ένα παιδί, πολύ καλό, φοιτητής, εντελώς αδημιούργητος, που κάτι έχει όμως, με γοήτευσε και σχεδόν εγώ του την έπεσα. Μένουμε μαζί εδώ και κάποιους μήνες, και ενώ πάντα φοράω το διάφραγμα μου, υπήρξαν μερικές φορές που το ξέχασα.
  • Τον αγαπάς παιδί μου;

Έκανε μια μικρή παύση όχι για να σκεφτεί αν τον αγαπάει αλλά για να φέρει στην μνήμη της το πρόσωπο του τη στιγμή που της έκανε έρωτα. Της είπε ότι επί τέλους με τον Ηλία είχε φτάσει σε οργασμό, και μάλιστα όχι μία αλλά πολλές φορές. Χαμογέλασε και το πρόσωπο της γλύκανε.

  • Τον αγαπάω, αλλά δεν είναι κει το θέμα μας. Πρέπει να κάνω έκτρωση.
  • Γιατί;
  • Τι πάει να πει γιατί; Με φαντάζεσαι παντρεμένη με ένα φοιτητή που παίρνει πτυχίο και ψάχνει για δουλειά;
  • Εντελώς. Μου κάνει δε, πολύ υγιές. Δύο νέα παιδιά που αγαπιούνται, που περνούν καλά, που ξεκινούν μαζί την ζωή τους και αποκτούν και το πρώτο τους παιδάκι. Τι καλύτερο;

Την κοίταζε χωρίς να ξέρει τι να της απαντήσει. Αισθανόταν απ’ την μια ότι ήταν σε αδιέξοδο αλλά πάλι έτσι όπως της το παρουσίασε η Μάρθα της ακούστηκε πολύ ωραίο και τρυφερό.

  • Του το είπες;
  • Δεν είσαι καλά.
  • Και τι, θα κάνεις έκτρωση χωρίς να του το πεις; Με ποιο δικαίωμα; Η απόφαση χρυσό μου για την έκτρωση θα είναι και των δύο σας. Αυτά τα φτηνά πουτανίστικα κόλπα, κάνουμε έκτρωση χωρίς να του το πούμε, είναι του προηγούμενου αιώνα.

Την έκανε κουρέλι, αλλά είχε δίκιο. Θα έπρεπε το απόγευμα να του το πει για να αποφασίσουν μαζί για την έκτρωση. Τον περίμενε σκεφτόμενη πως θα του το έλεγε, ποιος θα ήταν δηλαδή ο καλύτερος τρόπος και δεν πήρε είδηση πως πέρασε η ώρα και σκοτείνιασε. Όταν ο Ηλίας μπήκε σπίτι παραξενεύτηκε.

  • Τι κάνεις στα σκοτάδια;
  • Τίποτα το ιδιαίτερο… σκεφτόμουν

Κάθισε δίπλα της, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν για αρκετή ώρα.

  • Για πες μου.
  • Μήπως να φάμε πρώτα και να τα πούμε μετά;
  • Α…είναι τόσο ευχάριστα που θέλεις να μου τα πεις μετά το φαγητό;
  • Όχι παιδί μου
  • Τότε τι, θέλεις να κερδίσεις χρόνο;
  • Λοιπόν, επειδή εσύ θα με πρήξεις…. Είμαι έγκυος

Τα έχασε, και την κοίταζε σαν να προσπαθούσε να μαντέψει τις σκέψεις της, το πρόσωπο του φωτίστηκε και το χαμόγελό του άστραψε.

  • Μα αυτό είναι υπέροχο! Δεν το πιστεύω. Θα κάνω παιδί με την γυναίκα που λατρεύω. Θεέ μου είναι μοναδικό αυτό που συμβαίνει.

Άρχισε να της χαϊδεύει την κοιλιά

  • Αγάπη μου είναι το ωραιότερο νέο που έχω ακούσει στην ζωή μου.

Η Αναστασία αφού άφησε να περάσει ο πρώτος ενθουσιασμός, τον έσπρωξε λίγο απ’ την αγκαλιά της για να μπορεί να τον βλέπει στα μάτια.

  • Δηλαδή αισθάνεσαι έτοιμος να αποκτήσουμε ένα μωρό;
  • Και βέβαια. Θα είναι ένα μωρό με την κοπέλα που αγαπάω και λατρεύω.
  • Ναι βρε αγαπούλα μου, αλλά πως;
  • Θα είναι ένα πανέμορφο κοριτσάκι που θα σου μοιάζει και θα μας κάνει ακόμα πιο ευτυχισμένους.

Τον κοίταζε χωρίς να μιλάει μ’ ένα ύφος συγκρατημένου εκνευρισμού.

  • Δεν μιλάς, τι σκέφτεσαι;
  • Ηλία μου σκέφτομαι διάφορα. Συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό σου, αλλά πρέπει να σκεφτούμε και ένα σωρό άλλα πράγματα. Γνωριζόμαστε πολύ λίγο, εσύ ακόμα είσαι χωρίς δουλειά. Χωρίς δουλειά είμαι και εγώ τώρα….δεν είναι οι κατάλληλες συνθήκες για να γεννηθεί ένα παιδί.
  • Τι εννοείς; Αγαπιόμαστε, το παιδί αυτό είναι θείο δώρο και σε εννέα μήνες που θα γεννηθεί ελπίζω να έχω βρει δουλειά…
  • …με τα ελπίζω όμως δεν λύνονται τα προβλήματα.
  • Αγάπη μου ποια προβλήματα; Είμαστε μια χαρά. Δεν υπάρχουν προβλήματα. Απ’ την στιγμή που αγαπιόμαστε, που νοιάζεται ο ένας για τον άλλο, που περνάμε υπέροχα, που έχουμε την υγειά μας, που βλέπεις τα προβλήματα; Άσε πρώτα να έρθουν και τότε τα αντιμετωπίζουμε.

Σταύρωσε τα χέρια της και κοίταξε τον απέναντι τοίχο.

  • Μάλλον μιλάω παρά πάνω απ’ ότι χρειάζεται. Πες εσύ, τι θέλεις να κάνουμε;

Σηκώθηκε κι’ άρχισε να κόβει βόλτες. Ο Ηλίας σηκώθηκε κι’ εκείνος προσθέτοντας.

  • Το μόνο που θέλω να σου πω είναι ότι με έχεις κάνει τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο του κόσμου, ότι σ’ αγαπώ πιο πολύ κι’ απ’ τον εαυτό μου και θέλω να ξέρεις ότι κανείς δεν πρόκειται να σε αγαπήσει περισσότερο από μένα. Πες μου…

Λες και όλα αυτά που της είχε πει δεν αφορούσαν εκείνη, την σχέση τους ή την αγάπη τους, τον κοίταξε εντελώς ψυχρά λέγοντας,

  • Σκέφτηκα να κάνω έκτρωση

Του Ηλία του ήρθε σκοτοδίνη.

  • Αναστασία άκουσες καθόλου τι σου είπα, ή μ’ έγραψες στα παλιά σου τα παπούτσια; Με κορόιδευες όλο αυτό τον καιρό;
  • Μην το παίρνεις έτσι

Ο Ηλίας άρχισε να βουρκώνει

  • Όλο αυτό το καιρό με ήθελες μόνο για πήδημα;
  • Παιδάκι μου τι είναι αυτά που λες;
  • Γιατί μου έλεγες ότι μ’ αγαπάς αφού με είχες μόνο για πήδημα; Γιατί με άφησες να σ’ αγαπήσω;

Γέλασε ειρωνικά

  • Σ’ άφησα να μ’ αγαπήσεις;
  • Γελάς;
  • Μα είναι να μην γελάω!
  • Σταμάτα μη σου ….

Έκανε την κίνηση για να της δώσει ανάποδη, αλλά δεν το έκανε. Την ίδια στιγμή που το έκανε την ίδια το μετάνιωσε κιόλας.

  • Γιατί δεν μου είπες εξ’ αρχής ότι με θέλεις μόνο για πήδημα;

Η Αναστασία ήταν φρικαρισμένη απ’ την κίνηση που είχε κάνει να τη βαρέσει

  • Φύγε αυτή τη στιγμή από το σπίτι μου. Φύγεεεεεε

Με μάτια πλημμυρισμένα στα δάκρυα, ο Ηλίας πήρε το σακίδιο του, μάζεψε τα βιβλία του, την κοίταξε περιφρονητικά και αποκαλώντας την «Παλιοπουτάνα», έφυγε χτυπώντας την πόρτα με μανία.

—————————-

Τις επόμενες ημέρες, η Αναστασία δεν βγήκε απ’ το σπίτι, είχε απενεργοποιήσει το τηλέφωνο της και δεν απαντούσε στο σταθερό. Ήταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Έκλαιγε συνέχεια. Στην αρχή δεν καταλάβαινε πού ήταν το παράλογο σ’ όλα αυτά που του είχε πει. Μετά άρχισε να σκέφτεται μήπως τα είχε κάνει σκατά. Μετά της έλειπε αφόρητα και η παρουσία του, και το γέλιο του, και η αγκαλιά του αλλά και το σεξ. Ήταν σε τέτοιο κακό χάλι που δεν άνοιξε ούτε στην παραδουλεύτρα που ήρθε να φτιάξει το σπίτι. Σε μία βδομάδα το σαλόνι της ήταν σαν αχούρι. Το σταθερό άρχισε να χτυπάει αλλά δεν είχε καμία διάθεση να το πιάσει. Από σήμερα όμως είχε ενεργοποιήσει τον τηλεφωνητή. Όποιος ήθελε ας άφηνε μήνυμα. Ήταν ο Ασημακόπουλος.

  • Αναστασία μου γεια σου. Σωτήρης Ασημακόπουλος στο τηλέφωνο. Σε παίρνουμε στο κινητό και εγώ και ο κ. Καράς και δεν το σηκώνεις. Κάνε μου ένα τηλεφώνημα σε παρακαλώ όταν πάρεις το μήνυμα γιατί ανησυχώ…ανησυχούμε.

Πέταξε ένα μαξιλάρι προς το μέρος του τηλεφωνητή κάνοντας μια γκριμάτσα αηδίας. Τα μάτια της ήταν πρησμένα απ’ το κλάμα και είχε ρέψει απ’ την αφαγία. Κάτι θυμήθηκε πάλι που αφορούσε τον Ηλία κι’ άρχισε να κλαίει. Αποφάσισε να του τηλεφωνήσει. Τον πήρε στο σταθερό αλλά δεν το σήκωσε. Μετά τον πήρε στο κινητό του και πάλι δεν το σήκωσε. Αποφάσισε να τον πάρει από το κινητό της, για να έβλεπε ότι τον καλούσε εκείνη. Το σταθερό είχε απόκρυψη. Όταν άνοιξε το κινητό της ήταν γεμάτο κλήσεις και μηνύματα από πελάτες της, αλλά κυρίως απ’ τον Ασημακόπουλο και τον Καρά. Αδιαφόρησε πλήρως και πήρε τον Ηλία.

Και ο Ηλίας όμως δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Προφασιζόμενος αρρώστια της μάνας του, είπε ψέματα ότι έπρεπε να φύγει για τα Γιάννενα και πήρε άδεια μιας βδομάδας απ την δουλειά. Του είχε στοιχίσει πάρα πολύ όλο αυτό το περιστατικό με την Αναστασία, που κόντεψε να τον τρελάνει. Την αγαπούσε όμως. Δεν γινόταν να την βγάλει απ’ το μυαλό του. Συνέχεια την σκεφτόταν. Πεταγόταν απ’ τον ύπνο του και καθόταν ξάγρυπνος να την σκέφτεται. Όποτε η φιγούρα της ερχόταν στο μυαλό του τον έπιανε ταχυκαρδία. Όταν λοιπόν χτύπησε το κινητό του και είδε το όνομά της κόντεψε να πηδήξει απ’ την χαρά του αλλά κι’ απ’ την αγωνία. Δεν ήξερε τι θα του έλεγε. Αν του έλεγε κάτι που θα τον πλήγωνε ακόμα περισσότερο δεν ήξερε αν θα μπορούσε να το αντέξει. Το σήκωσε.

  • Ακούω.

Αντί για την φωνή της, την άκουσε να κλαίει με λυγμούς σαν να είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Αναστατώθηκε.

  • Αναστασία..

Μέσα στα κλάματα και τα αναφιλητά την άκουσε να λέει

  • Σ’ αγαπάω…

Βούρκωσε και προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του.

  • Να έρθω από κει;
  • Ναι

Για πότε ντύθηκε, για πότε βγήκε έξω και μπήκε σε ένα διερχόμενο ταξί δεν μπόρεσε ούτε ο ίδιος να το καταλάβει. Όταν κάπου κοντά στην Ρηγίλλης έπεσε σε τρομερό μποτιλιάρισμα, πλήρωσε τον ταξιτζή, βγήκε κι’ άρχισε το τρέξιμο.

Η Αναστασία μόλις έκλεισε το τηλέφωνο σηκώθηκε να πάει μέχρι το μπάνιο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο της, γιατί ήταν σε κακό χάλι. Όταν το κινητό της χτύπησε και ήταν ο Ασημακόπουλος, το σήκωσε για να ξεμπερδεύει. Του εξήγησε ότι δεν ήταν καλά, ότι είχε κάποιο πρόβλημα υγείας κι’ ότι θα του τηλεφωνούσε μόλις αισθανόταν καλύτερα. Την ρώτησε ο κακομοίρης αν χρειαζόταν κάτι, του αρνήθηκε και τον ευχαρίστησε. Έκλεισε το τηλέφωνο την στιγμή που χτυπούσε το κουδούνι. Ήταν ο Ηλίας ιδρωμένος και λαχανιασμένος. Με το που τον είδε έτρεξε κατά πάνω του κλαίγοντας και «κρεμάστηκε» απ’ τον λαιμό του. Την έσφιξε πάνω του λέγοντας της γλυκόλογα.

  • Έλα ησύχασε.
  • Δεν θέλω να ξαναφύγεις.
  • Δεν θα ξαναφύγω
  • Και δεν σε θέλω μόνο για πήδημα.
  • Συγνώμη για ότι σου είπα.. ήμουν πολύ μαλάκας
  • Όχι, καλά μου έκανες γιατί έτσι αναγκάστηκα να κάτσω και να σκεφτώ….
  • Ησύχασε όλα θα πάνε καλά από δω και πέρα.
  • Θέλω ένα πράγμα από σένα. Ότι και αν συμβεί να μου έχεις εμπιστοσύνη, γιατί σ’ αγαπάω.

Την βούτηξε με λαχτάρα και την φίλησε για να μην δει τα μάτια του που είχαν γεμίσει και πάλι δάκρυα.

Ο Καράς μίλησε με τον Ασημακόπουλο στο τηλέφωνο και ήταν έξαλλος. Του άρεσε η Αναστασία που ήταν σαν αγρίμι. Ένα αγρίμι που προσπαθούσε να το δαμάσει αλλά εκείνη αντιστεκόταν. Την ήθελε, αλλά αυτή το έπαιζε λέει άρρωστη.

  • Τι πάει να πει δεν μπορεί; Σωτήρη μου δεν υπάρχει δεν μπορώ, δεν θέλω υπάρχει. Να τσακιστεί και να απαντήσει στις κλίσεις μου. Που θα μας κάνει μια πουτάνα ότι θέλει. Ακούς εκεί δεν μπορεί τώρα. Όποτε θέλω εγώ θα έρχεται. Την πληρώνω. Δεν θα κανονίζει εκείνη τους όρους του παιχνιδιού. Κι’ αν εσύ δεν έχεις καμία διάθεση να εμπλακείς, άστο θα το ξεκαθαρίσω μόνος μου. Γεια σου Σωτήρη, κι’ άλλη φορά να μου συστήνεις πιο συνεργάσιμα κορίτσια.

Η Αναστασία και ο Ηλίας αποφάσισαν να βγουν έξω για φαγητό, αλλά πριν και για να περάσει λιγάκι η ώρα άρχισαν να συμμαζεύουν. Εκείνος το σαλόνι και εκείνη την κουζίνα. Ο Ηλίας της άφηνε στο πάσο τα πιάτα και τα ποτήρια που υπήρχαν στο τραπεζάκι του σαλονιού και συγχρόνως μιλούσαν κιόλας. Η Αναστασία είχε αποκτήσει και πάλι το κέφι της.

  • Ηλία μου σκέφτηκα ένα σωρό πράγματα
  • Ακούω, να δω αν συμφωνώ
  • Σκέφτηκα ν’ αλλάξουμε σπίτι. Δεν χρειάζεται να πληρώνουμε τόσο μεγάλο νοίκι. Έχω λεφτά στην άκρη, δεν λέω, αλλά μην τα ξοδεύουμε χωρίς λόγο σε πολυτέλειες.
  • Συμφωνώ απολύτως
  • Και το καινούργιο που θα βρούμε λέω να το αγοράσω. Μην πληρώνουμε μια ζωή ενοίκιο.
  • Ότι πεις
  • Πριν αρχίζει να φαίνεται η κοιλιά μου, πρέπει να βρω δουλειά επειγόντως. Αν καταλάβουν ότι είμαι έγκυος δεν θα με προσλάβει κανείς.
  • Εγώ ήδη έχω αρχίσει κρούσεις για δουλειά και ευτυχώς υπάρχει ανταπόκριση.
  • Αααα, δηλαδή;
  • Δηλαδή, υπάρχουν δύο εταιρίες που με θέλουν και κοιτάω να δω που με συμφέρει καλύτερα. Άστα τα δικά μου, εσύ τι άλλο σκέφτηκες.

Σταμάτησε το πλύσιμο των πιάτων και τον κοίταξε χαμογελώντας

  • Γάμο δεν θα κάνουμε;

Ο Ηλίας για να της κάνει πλάκα, το έπαιξε αδιάφορος.

  • Θα δούμε…

Βγήκε στο χώρο του σαλονιού με τα χέρια στη μέση

  • Τι πάει να πει θα δούμε; Θα κάνω παιδί χωρίς να με έχεις παντρευτεί;

Έβαλε τα γέλια και κείνη του έδωσε μια φάπα.

  • Λέγε τι άλλο σκέφτηκες.
  • Ότι….θέλω να κάνουμε τρία παιδιά.

Την βούτηξε στην αγκαλιά του και πλακώθηκαν στα φιλιά. Επειδή όμως τα στομάχια τους είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται ο Ηλίας μπήκε στο ντους για να ετοιμαστεί και να φύγουν. Η Αναστασία πήγε να τελειώσει μερικά πιάτα που της είχαν απομείνει όταν χτύπησε το κουδούνι. Χωρίς να το καλοσκεφτεί άνοιξε και πάγωσε ολόκληρη. Έξω από το διαμέρισμα της ήταν ο Κίμων Καράς.

  • Καλημέρα
  • Καλημέρα σας κύριε Καρά.
  • Έτσι κάνουν στο χωριό σου; Βλέπεις τις κλήσεις μου και δεν μου απαντάς;
  • Κύριε Καρά, υπάρχει σοβαρός λόγος, θα σας έπαιρνα κάποια στιγμή αλλά τώρα δεν γινόταν.

Σπρώχνοντας την θρασύτατα μπήκε μέσα στο διαμέρισμα εξετάζοντας αδιάκριτα το χώρο. Η Αναστασία άρχισε να θυμώνει.

  • Άκου να σου πω κοπέλα μου, όταν σε πληρώνουμε για να κάνεις μια δουλειά οφείλεις να είσαι παρούσα όποτε σε ζητάμε.

Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

  • Και όποτε μου αρέσει παραιτούμε από την δουλειά και δεν δίνω λογαριασμό σε κανένα.

Την κοίταξε μ’ εκείνο το υπεροπτικό και αλαζονικό ύφος των πλουσίων

  • Μπα, βγάζουμε και γλώσσα;

Με μια απότομη κίνηση την βούτηξε απ’ τα μάγουλα μ’ ένα χέρι σαν τανάλια. Η Αναστασία του έδωσε μια σπρωξιά τόσο δυνατή που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του.

  • Κάτω τα κουλά σου, μην αρχίζω να ουρλιάζω και σηκωθεί η πολυκατοικία στο πόδι.
  • Και τι θα τους πεις; Ότι είσαι βίζιτα; Πρόσεχε καλά μην σε καταστρέψω.
  • Εγώ θα σε καταστρέψω, αν τα πω όλα στην γυναίκα σου, στα παιδιά σου… και στις εφημερίδες. Από εμένα τι να καταστρέψεις, την επιχειρηματική μου καριέρα, ή την πολιτική καριέρα του γιου μου; Έτσι και ξεράσω το ποιόν σου, πάει η καριέρα του γιου σου…

Η κουβέντα είχε αρχίσει και γινόταν σε πολύ υψηλούς τόνους και ο Ηλίας τυλιγμένος με μια πετσέτα γύρω απ’ την μέση του ήρθε να δει τι συμβαίνει.

  • Τι συμβαίνει Αναστασία.
  • Τίποτα αγάπη μου, να σου συστήσω τον θείο μου τον Κίμωνα. Από την μεριά του πατέρα μου.

Ο Ηλίας ησύχασε κάπως και χαμογελώντας έδωσε το χέρι του

  • Χαίρω πολύ και συγνώμη για την αμφίεση. Νόμιζα ότι ήμασταν μόνοι μας, μισό λεπτό πάω να αλλάξω…

Ο Ηλίας έφυγε κλείνοντας την ενδιάμεση πόρτα. Η Αναστασία σταύρωσε τα χέρια της και κοίταξε τον Καρά με το πιο ειρωνικό ύφος που υπήρχε.

  • Λοιπόν…θείε, ακούω.

Γέλασε, περισσότερο να ξεπεράσει την αμηχανία του παρά για το αστείο του πράγματος.

  • Θείος απ΄ την μεριά του πατέρα σου, ε; Καλό κι’ αυτό. Ποιος είναι ο νεαρός; Ο επίσημος φίλος σου; Ξέρει τι δουλειά κάνεις;
  • Εσένα η κόρη σου ξέρει τι κάνεις στα ξενοδοχεία με συνομήλικες της κοπέλες;

Ο Καράς είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Η Αναστασία δεν ήταν κανένα τυχαίο κοριτσάκι. Κούνησε το κεφάλι ανίσχυρος να κάνει οτιδήποτε απ’ αυτά που πραγματικά ήθελε, έκανε μεταβολή κι’ έφυγε. Η Αναστασία έκλεισε την πόρτα, έκλεισε τα μάτια και ανάσανε με ανακούφιση.

  • Όταν ο Ηλίας μπήκε στο σαλόνι ντυμένος την βρήκε στην ίδια θέση.
  • Που είναι ο θείος;
  • Μου είπε να σου πω αντίο, γιατί έπρεπε να φύγει, βιαζόταν.
  • Τι σε ήθελε;
  • Τον έστειλε ο θρασύδειλος ο πατέρας μου για να μας τα φτιάξει. Ο ίδιος απ’ τον εγωισμό του δεν σηκώνει το τηλέφωνο να με πάρει.
  • Μα τι έχει συμβεί με τους δικούς σου και δεν μιλάτε;
  • Επειδή κάποια στιγμή θα τους γνωρίσεις θέλοντας και μη, τότε θα στα πω όλα, τώρα βαριέμαι.

Του έδωσε ένα φιλάκι και πήγε να ντυθεί. Μετά απ’ όλα αυτά της είχε ανοίξει τρομερά η όρεξη.

——————————–

Από την επομένη η Αναστασία έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Είχε αποφασίσει ότι ο Ηλίας είναι ο άντρας της ζωής της και ότι το παιδί που μεγάλωνε στην κοιλιά της ήταν ο καρπός του έρωτα τους. Ήταν η στιγμή λοιπόν που έπρεπε να αλλάξει τα πάντα και να απαλλαγεί μία δια παντός από το παρελθόν της. Ξεκίνησε από ένα μεσιτικό γραφείο για να της βρουν ένα διαμέρισμα στις προδιαγραφές που τους εξήγησε ότι το ήθελε. Μετά πήγε ν’ αλλάξει το αυτοκίνητο της. Ήταν ολοκαίνουργιο και πανάκριβο. Ένας φίλος την έστειλε σε μια μάντρα όπου της το αντάλλαξαν με ένα Mini Cooper και της έδωσαν και δέκα πέντε χιλιάρικα στο χέρι.

Σειρά είχε ο εαυτός της. Μπήκε σ’ ένα κομμωτήριο και ζήτησε να της κόψουν πολύ κοντά τα μαλλιά της. Να φύγει το βαμμένο ξανθό και να μεγαλώσουν τα δικά της, που ήταν καστανά. Άλλωστε με την εγκυμοσύνη έπρεπε να τα κόψει για να δυναμώσουν. Όταν είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη ενθουσιάστηκε. Νόμιζε ότι έβλεπε μια άλλη γυναίκα. Μπροστά σ’ ένα κάδο απορριμμάτων έσκισε σε πολύ μικρά κομματάκια την ατζέντα της που είχε γραμμένα όλα ραντεβού με τους πελάτες της και τα τηλέφωνα τους. Άνοιξε το κινητό της, έβγαλε την κάρτα την οποία πέταξε σε ένα υπόνομο ενώ την συσκευή που δεν ήθελε να την βλέπει γιατί θα της θύμιζε το παρελθόν την χάρισε σε μια διερχόμενη πιτσιρίκα, που τρελάθηκε απ’ την χαρά της. Ήταν κομψότατο και πανάκριβο τηλέφωνο.

Την επομένη το μεσιτικό γραφείο της τηλεφώνησε να της πει ότι ρετιρέ περίπου στα τετραγωνικά που ζητούσε είχαν βρει στο Θησείο, στα Πετράλωνα και στο Γκάζι. Ένας ταξιτζής έκοψε ταχύτητα και της κόρναρε. Δεν κατάλαβε και έσκυψε να δει τι ήθελε. Τι να ήθελε; Καμάκι έκανε ο γελοίος.

  • Μωρό μου θες να σε πετάξω κάπου; Σε πάω όπου θες και χωρίς λεφτά.

Τι μαλάκας! Άκου πέσιμο. Κρίμα κι’ ήταν νέο και ωραίο παιδί, αλλά «γαύρος» του κερατά. Συνέχισε την συνομιλία της με τον μεσίτη, κανόνισε ραντεβού για να δει τα διαμερίσματα και χαμογελώντας μπήκε στο καινούργιο της αυτοκίνητο. Φόρεσε τη ζώνη και κοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι. Απαλλαγμένη από το παρελθόν της και απ ότι θα της το θύμιζε χάιδεψε με τρυφερότητα την κοιλιά της και έβαλε το κλειδί στη μίζα.

—————————–

 

 

2 COMMENTS

  1. Δεν θα εκδωσετε Και αλλο βιβλιο με τετοιες ιστοριες…θελουμε το ” εγω ημουν αντρακι Νο2″…:-) 🙂 🙂

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here