Η… πυγμαλίων

1
189

isha-blaaker-

Διήγημα του Νίκου Μουρατίδη

[από την συλλογή διηγημάτων ΕΓΩ ΗΜΟΥΝ ΑΝΤΡΑΚΙ-εκδόσεις Τετράγωνο]

ΔΟΥΛΕΥΩ ΣΑΝ ΤΟ ΣΚΥΛΙ σε τηλεοπτικές εκπομπές, με λένε Στέφανο, είμαι είκοσι έξι χρόνων και μέχρι πρόπερσι κοπροσκύλιαζα. Τα δύο τελευταία χρόνια όμως δεν σηκώνω κεφάλι. Είμαι ο γενικών καθηκόντων στο πλατό. Ο κανονικός μου τίτλος είναι βοηθός παραγωγής, αλλά επειδή κάνω τα πάντα, λέω ότι είμαι γενικών καθηκόντων και παντός καιρού. Μ’ αρέσει η δουλειά μου, αλλά το δυστύχημα είναι ότι οι παραγωγές που κάνουμε είναι κυρίως για το κρατικό κανάλι, οπότε είμαστε μες στη βαριά κουλτούρα. Αν ήμουν σε κανένα άλλο κανάλι, θα καλούσαν όλο διάσημους σελέμπριτις και θα κάναμε και τις γνωριμίες μας. Κι εδώ καλούν διάσημους, αλλά από τους άλλους, της κουλτούρας. Απ’ όλες αυτές τις μουνίτσες τις τραγουδιάρες, που βγαίνουν κάθε τόσο, δεν έχουνε καλέσει ούτε μία. Κι είναι κάτι μανούλια, να σου φύγει ο τάκος.

Σήμερα ο βασικός καλεσμένος είναι ένας που πήρε λέει το βραβείο μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Ο Τηλέμαχος…, ξεχνάω συνέχεια το επώνυμό του, και μαζί του έχει μια γκόμενα, ωραία, δεν λέω, αλλά μεγάλη. Στην αρχή νόμιζα ότι είναι μάνα του, αλλά απ’ τον τρόπο που κοιτάζονται, μάλλον γκομενοδουλειά μού μυρίζει. Τη βλέπει και λιώνει, αλλά κι αυτή δεν πάει πίσω. Ωραία είναι, κι εγώ θα την πήδαγα μια δυο φορές, αλλά μέχρι εκεί. Εμένα μ’ αρέσουν οι μικρές. Όλες οι γυναίκες δηλαδή μ’ αρέσουν, αρκεί να είναι μουνάρες.

Επειδή από μικρός ήμουν πολύ ωραίο παιδί, άρχισαν να μου την πέφτουν νωρίς. Μπορεί να είμαι φτωχός, να μην κατάφερα ούτε το γυμνάσιο να τελειώσω, να μην έχω καλή δουλειά ή αυτοκίνητο, έχω όμως την υγειά μου, είμαι και παίδαρος και έχω κι ένα εργαλείο είκοσι δύο πόντους. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Θα ήταν καλύτερα δηλαδή να ήμουν λεφτάς, χοντρός, με μικρό πούτσο κι άρρωστος;

Από τότε λοιπόν που άρχισα να καυλώνω και να καταλαβαίνω τι συμβαίνει με το γνωστό θέμα, είδα ότι οι γυναίκες εντυπωσιάζονταν από την εμφάνισή μου. Πρώτα πρώτα είμαι αρρενωπός. Όταν ήμουν δεκαοχτώ, όλοι μ’ έκαναν είκοσι πέντε. Επειδή μεγάλωσα στις αλάνες και στα γήπεδα, έχω ένα κορμί πέτρα. Οι κοιλιακοί μου είναι «κομμάτια». Και τους διατηρώ. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι δεν θα γίνω κοιλαράς, γι’ αυτό προσέχω το φαΐ μου, δεν πίνω, δεν κάνω καταχρήσεις και γυμνάζομαι ανελλιπώς. Με το που βγαίνω απ’ το σπίτι μου στο Μπραχάμι και μέχρι να φτάσω στο στούντιο, αν έχω διάθεση, μπορώ να δώσω το τηλέφωνό μου σε τέσσερις πέντε γκόμενες χαλαρά. Και γκόμενες που μετράνε, όχι μπάζα. Κι αυτό καθημερινά, έτσι; Δεν ξέρω τι συμβαίνει, δεν υπάρχουν πολλοί άντρες, δεν γαμάνε πια, έχουν γίνει όλοι φλώροι γιατί είναι της μόδας; Αλλιώς γιατί οι γυναίκες είναι τόσο διψασμένες για πούτσο;

Στη δουλειά, ας’ το καλύτερα. Τις έχω πάρει όλες. Δεν υπάρχει ενδυματολόγος, βοηθός ενδυματολόγου, μακιγιέζ, κομμώτρια, μπαργούμαν, κομπάρσα, τηλεφωνήτρια και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας που να μην την έχω γαμήσει. Τρελαίνονται για πάρτη μου οι καριόλες και δεν μ’ αφήνουν σε ησυχία. Ίσως γιατί εκτός από ωραίο και αρρενωπό παιδί είμαι και στην «τρίχα». Δεν είμαι κανένας «γύφτος». Φροντίζω την εμφάνισή μου πάρα πολύ. Κάθε μέρα κάνω μπάνιο, ζελέ έχω πάντα μαζί μου, όπως και κολόνια, και τα ρούχα μου όλα επώνυμα. Περνώντας μια μέρα από τη λαϊκή στη γειτονιά μου, ήταν ένας τυπάς που είχε ένα σκασμό D&G στο τσάμπα. Από ζώνες και μπλουζάκια, μέχρι κολόνιες και φόρμες γυμναστικής. Τα πήρα όλα.

Οι γκόμενες στο χώρο της δουλειάς, σας το λέω να το ξέρετε, είναι μπελάς. Κάποια στιγμή μες στην καύλα σου τις πηδάς και μετά θέλουν συνέχεια, θέλουν και σινεμά, θέλουν και ταβέρνα, θέλουν και σαλιαρίσματα, αλλά εγώ δεν είμαι για τέτοια. Εγώ θέλω μέχρι τα τριάντα μου να αλητέψω. Κι άντε τις πηδάς μία, δύο, τρεις, μετά δεν λέει. Θέλεις κάτι άλλο, θέλεις να δεις ένα άλλο μωρό και να το «δαγκώσεις», δεν γίνεται, ρε παιδί μου, κάθε μέρα το ίδιο φαγητό!

Σήμερα, καθώς ερχόμουν, στο μετρό έκοψα μέσα από τα γυαλιά ηλίου D&G φυσικά, μια πιτσιρίκα να με κοιτάει. Σιγά σιγά το σκατούλικο ήρθε προς το μέρος μου, στήθηκε δίπλα μου κι έτσι όπως κρατούσε κάτι ντοσιέ και τετράδια, την είδα που άρχισε να γράφει κάτι. Αφού το τέλειωσε, γύρισε με τέτοιο τρόπο που να μπορώ να το δω. Και τι λέτε ότι ήταν; Το όνομά της και το τηλέφωνό της. Δεν ήμουν μαλάκας, έβγαλα το κινητό μου και το έγραψα. Θα την πάρω το μεσημέρι και αν όλα πάνε καλά, μέχρι το βράδυ θα την έχω «φάει». Πρέπει να ’χω τα μάτια μου ανοιχτά, γιατί στο πλατό δεν υπάρχει καμία που να αξίζει και να μην την έχω γαμήσει.

Η συνέντευξη με τον Τηλέμαχο… τάδε τέλειωσε, μας έπαιξε και στο πιάνο ένα θέμα από τη μουσική του που πήρε το βραβείο. Καλά κρασά, κόντευε να μας πάρει ο ύπνος. Όταν έφυγαν, έσβησαν οι προβολείς και το συνεργείο άρχιζε να μαζεύει, ξεκίνησα κι εγώ να βάζω μέσα στις κούτες τα αντικείμενα του σκηνικού, που θα τα στήναμε πάλι την επομένη. Και εντελώς στο ξαφνικό βλέπω μια γκόμενα σκυμμένη, να προσπαθεί να πιάσει κάτι πίσω από μια σιδεριά. Είχε σηκωθεί η φούστα της και πρέπει να πω ότι είχε πολύ ωραία πόδια και γαμώ τους κώλους. Άρχισε να μου σηκώνεται και σταμάτησα το μάζεμα προσπαθώντας να καταλάβω ποια ήταν. Δεν πήγαινε ο νους μου. Όταν σηκώθηκε, όμως τότε είδα ότι ήταν αυτή η περίεργη η Χρύσα, που εντάξει, μπορεί να είναι νόστιμο κορίτσι, αλλά δεν μου ταιριάζει καθόλου. Δεν μιλάει, δεν γελάει, διαβάζει συνέχεια και δεν κάνει ποτέ λάθος. Δουλεύει σαν σκριπτ γκερλ, που δεν ξέρω να σας πω τι δουλειά είναι αυτή ακριβώς, αλλά σπουδάζει σκηνοθεσία λέει. Αυτή μάλλον λεσβία είναι, γιατί πρώτον δεν μου την έχει πέσει ποτέ, και μια φορά, αρχή αρχή, που πήγα να της μιλήσω, μετά βίας μου απάντησε.

Έτσι όμως όπως την είδα σήμερα σκυμμένη, δεν μπορώ να πω ψέματα, ψιλοκαύλωσα. Λεσβία ξελεσβία, εγώ καύλωσα. Από πίσω την είδα με άλλο μάτι, κι εδώ που τα λέμε είναι σοβαρό κορίτσι, δεν είναι ξέκωλο σαν τις υπόλοιπες. Ευχαρίστως την πηδούσα, αν ήθελε. Έτρεξα να τη βοηθήσω, αλλά ευχαριστώντας με μου έδειξε ότι είχε πιάσει το στυλό που της είχε πέσει και έφυγε βιαστικά προς τα πάνω, στα γραφεία. Την ακολούθησα μόνο και μόνο για να μπούμε μαζί στο ασανσέρ. Απορούσα πώς μου είχε ξεφύγει αυτό το μουνάκι και δεν το ’χα φάει.

Στο ασανσέρ άρχισα τις φιλοφρονήσεις και τα κομπλιμέντα. Ήταν φανερό ότι της την έπεφτα, αλλά αυτή δεν είχε έρθει σε αμηχανία, συμπεριφερόταν λες και μ’ έγραφε στο μουνί της. Εκεί σιγουρεύτηκα ότι ήταν λεσβία και επειδή το είχα δει σε μια ταινία, το έκανα κι εγώ. Τη ρώτησα στα ίσια:

«Δεν μου λες, Χρύσα, είσαι λεσβία;»

Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε στον δεύτερο, έσκασε στα γέλια και έφυγε χωρίς να μου πει τίποτα. Έμεινα μαλάκας να την κοιτάω και ν’ ακούω το γέλιο της μέχρι που έφτασε μέσα. Έτρεξα ξοπίσω της, γιατί δεν θα το άφηνα έτσι, αλλά μόλις έφτασα έξω απ’ το γραφείο, την άκουσα να μιλάει με τη γραμματέα του διευθυντή.

«Γιατί γελάς;»

«Ρε συ, έχει πολλή πλάκα. Αυτός ο βοηθός, δεν θυμάμαι ούτε το όνομά του, αυτός ο λαϊκός γκόμενος που τον κυνηγάνε οι κομμώτριες, μου την έπεσε κι επειδή δεν έδωσα σημασία, με ρώτησε αν είμαι λεσβία». Και άρχισαν να γελάνε και οι δυο μαζί. Αλλά σας μιλάω για πολύ γέλιο. Έφυγα και ήμουν πολύ χαλιά. Μου είχε χαλάσει όλη η ψυχολογία. Δεν θυμόταν ούτε το όνομά μου, με είπε λαϊκό, ποιον εμένα, που είμαι από την κορυφή μέχρι τα νύχια D&G, κι ότι με κυνηγάνε οι κομμώτριες. Τέτοια ήττα δεν είχα φάει ποτέ στη ζωή μου. Γύρισα σπίτι μου σε κακό χάλι, χωρίς να έχω διάθεση για τίποτα. Ξέχασα να πάρω τηλέφωνο και τη μικρή απ’ το μετρό, τα ξέχασα όλα.

Το βράδυ μ’ έναν κολλητό μου πήγαμε σ’ ένα κωλόμπαρο, ήπιαμε ένα σκασμό ουίσκι και μετά ήρθε η Ντίνα, μια χορεύτρια οριεντάλ που πέρυσι με είχε καψουρευτεί, την πήρα, πήγαμε σπίτι της κι έγινε της Μέσης Ανατολής! Την έκανα μαύρη στο ξύλο απ’ την τσαντίλα μου. Γούσταρε έτσι, μη με περάσετε για κανένα μαλάκα που βαράει γυναίκες. Η Ντίνα γουστάρει να τη γαμάς και να την ξεφτιλίζεις στο ξύλο.

Την άλλη μέρα πήγα στη δουλειά σχεδόν άυπνος, αλλά έφτασα απ’ τους πρώτους. Όταν άρχισαν να έρχονται οι υπόλοιποι, εγώ είχα τελειώσει το σκηνικό, το είχα σκουπίσει και τώρα το σφουγγάριζα. Όλοι μου μίλησαν, όλοι με καλημέρισαν, εκτός από την κυρία Χρύσα, που συνέχιζε να με γράφει κανονικά. Για να δούμε μέχρι πού θα το τραβήξει. Πήγα σ’ ένα τραπέζι που είχε τα πράγματά της και κάποια βιβλία, και τη στιγμή που δεν ήταν εκεί τα κοίταξα. Η σημειολογία του κινηματογράφου, Το σημαίνον και το σημαινόμενο, Το θέατρο του παραλόγου. Δεν καταλάβαινα Χριστό. Δεν φτάνει που δεν ήξερα τι βιβλία είναι αυτά, δεν ήξερα ούτε αυτές τις λέξεις. Πρώτη φορά τις έβλεπα. Όταν ρώτησα τον Μήτσο τον μπούμαν αν ξέρει τι είναι «σημειολογία», με κοίταξε σαν ούφο, σήκωσε τους ώμους του και μου είπε να πάω να γαμηθώ κι εγώ και η σημειολογία.

Πήγα στο μπαρ να πάρω έναν καφέ και η Χρύσα ήταν εκεί. Μίλαγε με την παρουσιάστρια της εκπομπής, που είχαν συναντηθεί χτες βράδυ στο Εθνικό Θέατρο μέσα στο γιαπί κι έλεγαν για μια παράσταση… Δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν κρυφάκουγα, απλώς περίμενα να πάρω τον καφέ μου κι αυτές μιλούσαν δυνατά, ενθουσιασμένες. Όλα αυτά που άκουσα για Εθνικό Θέατρο, για κάποιο γιαπί, αυτό τον τύπο που είπαν και τον ξέχασα, ήταν εντελώς ακαταλαβίστικα. Δηλαδή γίνονταν παραστάσεις μέσα σε γιαπί και πήγαινε κόσμος και παρακολουθούσε; Μάλλον θα είχα καταλάβει λάθος.

Σήμερα καλεσμένη στην εκπομπή ήταν μια γκόμενα τραγουδίστρια, πενηντάρα μες στο νερό, που όχι μόνο δεν ήξερα τραγούδι της, αλλά και το όνομά της πρώτη φορά το άκουγα. Άρχισε να τραγουδάει και η Χρύσα την κοίταζε λες κι έβλεπε ξέρω γω ποια να σας πω; Τη νικήτρια της Γιουροβίζιον; Όταν τελειώσαμε κι άρχισα να μαζεύω, άκουσα τη Χρύσα να λέει σ’ ένα παιδί που έκανε μακέτες να πάει να δει την καινούργια ταινία ενός Τούρκου που λεγόταν Στην άκρη του παραδείσου και μετά έφυγε για να πάει σε μια προβολή στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος μιας ταινίας του χίλια εννιακόσια τριάντα εννέα! Ρε, θα μας τρελάνει η γκόμενα! Στη βιασύνη της ξέχασε τα βιβλία της πάνω στην καρέκλα. Τα είδα και για δευτερόλεπτα δεν ήξερα τι να κάνω. Τελικά τα πήρα κι έτρεξα να την προλάβω. Την πέτυχα στην κεντρική πόρτα και της τα έδωσα. Ήταν η πρώτη φορά που με κοίταξε με συμπάθεια. «Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ. Μωρέ, συγγνώμη, πώς σε λένε, το έχω ξεχάσει…» Την κοίταξα περίεργα, της έκλεισα το μάτι, όχι με υπονοούμενο, φιλικά, κι έφυγα. Αν ήθελε να μάθει πώς με λένε, ας φρόντιζε να το μάθει. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να δω την αντίδρασή της σ’ αυτή μου την κίνηση. Αν την έβλεπα, θα άλλαζαν πολλά.

Το απόγευμα με πήρε η Ντίνα για να ξαναβρεθούμε, αλλά της είπα ότι θέλω να πάω σινεμά. Ήθελα να πάω να δω αυτή την ταινία, Στην άκρη του παραδείσου, να δω γιατί έλεγε τόσο καλά λόγια η κυρία Χρύσα. Η Ντίνα, προκειμένου να είναι μαζί μου, ήρθε παρέα μου. Πήγαμε στα σινεμά της περιοχής μας, αλλά δεν το έπαιζε καμία από τις δέκα αίθουσες. Ένας τύπος, που άκουσε τι θέλαμε, μας είπε ότι το έπαιζε μόνο ένας κινηματογράφος στην Αθήνα. Πήγαμε. Πο’ ρε αδελφάκι μου, τι ήταν αυτό; Πρώτα πρώτα μιλάγανε γερμανικά και τούρκικα. Ήταν αργό, βαρετό και μίζερο. Φτηνοπαραγωγή του κερατά. Κάποια στιγμή όμως κατάλαβα γιατί της άρεσε. Δύο κοπέλες που έπαιζαν, μια Τουρκάλα και μια Γερμανίδα, ήταν λεσβίες. Ε, δεν χρειαζόταν και ρώτημα. Η Ντίνα γκρίνιαζε να φύγουμε, αλλά εμένα από κάποιο σημείο και μετά άρχισε να μου αρέσει. Από κει που κάτι παιδάκια σκότωσαν τη Γερμανίδα λεσβία κατά λάθος, έστρωσε το πράγμα.

Την άλλη μέρα στη δουλειά ήταν πολύ χαλαρά τα πράγματα. Έψαχνα να δω τη Χρύσα, αλλά πουθενά αυτή. Κοίτα, φίλε μου, που άρχισα να την ψάχνω! Για να περάσει η ώρα μου, πήρα ένα περιοδικό να ξεφυλλίσω. Δεν είμαι των βιβλίων και των περιοδικών, αλλά έτσι τώρα, για να μην κάθομαι με σταυρωμένα χέρια. Ήταν το περιοδικό Σινεμά και άκου σύμπτωση, έγραφε για την ταινία που είχα δει χτες. Άρχισα να διαβάζω. Να σας πω την αλήθεια μου, δεν πολυκατάλαβα τι έλεγε, αλλά τελικά έγραφαν ότι ήταν μια πολύ καλή ταινία, που άξιζε τα βραβεία που πήρε. Αφοσιωμένος στο διάβασμα, δεν πρόσεξα τη Χρύσα, που είχε έρθει από πάνω μου και με κοιτούσε.

«Να πας να τη δεις, Στέφανε, είναι πολύ ωραία ταινία».

Ξαφνιάστηκα.

«Την είδα χτες».

«Αλήθεια; Απίστευτο! Δεν φανταζόμουν ότι θα έβλεπες τέτοιο κινηματογράφο. Σ’ άρεσε;»

Της είπα ότι μ’ άρεσε από τη στιγμή που σκοτώθηκε η Γερμανίδα, αλλά τώρα ήταν η σειρά μου.

«Εσένα γιατί σ’ άρεσε, επειδή είχε τις λεσβίες;»

Έσκασε πάλι στα γέλια και ήταν πολύ χαριτωμένη.

«Λοιπόν, για να σου λυθούν οι απορίες, δεν είμαι λεσβία. Η συγκεκριμένη ταινία μ’ άρεσε γιατί σε μια εποχή που γίνονται μόνο απομιμήσεις και δεν υπάρχει τίποτα πρωτογενές, αυτή η ταινία μ’ έναν πολύ απλό και συγκινητικό τρόπο μίλησε για δύο διαφορετικούς λαούς και τις προκαταλήψεις που υπάρχουν μεταξύ τους».

Θα μπορούσα να την ακούω μέχρι αύριο το πρωί κι ας μην καταλάβαινα τι έλεγε, αλλά τη φώναξαν για δουλειά. Πριν φύγει, της κράτησα το χέρι.

«Το όνομά μου πώς το ’μαθες;»

«Ρώτησα και μου το είπαν. Όλοι σε ξέρουν. Είσαι πολύ δημοφιλής, και ιδιαίτερα στα κορίτσια».

Δεν κατάλαβα αν ήταν μπηχτή ή τι μπορεί να της είχαν πει, αλλά ό,τι και να της έλεγαν, θα ήταν υπέρ μου. Έπρεπε όμως αμέσως να μάθω τι σήμαιναν αυτά που είχε πει. Τι πήγαινε να πει «γίνονται μόνο απομιμήσεις και δεν υπάρχει τίποτα πρωτογενές». Δεν καταλάβαινα Χριστό.

Από εκείνη τη μέρα παρακολουθούσα τη Χρύσα συνέχεια. Ό,τι και να έκανε. Κάθε της λεπτό, κάθε κίνηση, κάθε γέλιο και κάθε αγωνία. Εν ολίγοις την είχα πατήσει με την πάρτη της. Κι εκείνη όμως, δεν είχα παράπονο, άρχισε να μου λέει «καλημέρα» κι όταν έφευγε, μου πέταγε ένα «γεια». Τίποτα παραπάνω. Έλα όμως που εγώ ήθελα κι άλλα. Μια φορά που μου δόθηκε η ευκαιρία, τη ρώτησα:

«Χρύσα, μπορείς να μου πεις τι δεν σου αρέσει πάνω μου;»

Με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε την ερώτηση, μου ζήτησε συγγνώμη μισό λεπτό, πήγε έδωσε κάτι στο σκηνοθέτη και γύρισε. Προσφέρθηκε να με κεράσει καφέ στο μπαρ.

«Δεν ξέρω τι να σου πω, Στέφανε. Δεν είναι στο στιλ μου να κρίνω τους ανθρώπους και επιπλέον γιατί σε νοιάζει αν μ’ αρέσει κάτι πάνω σου ή όχι; Είμαστε δύο συνάδελφοι κι αυτό είναι όλο. Του χρόνου μπορεί και να μην είμαστε».

«Ρε παιδί μου, με βλέπεις και τι λες μέσα σου;»

«Σε ενδιαφέρει η γνώμη μου για σένα;»

«Ναι».

«Γιατί;»

Κόμπλαρα. Τι να της πω τώρα;

«Γιατί είσαι σοβαρή και μορφωμένη κοπέλα και ξέρω ότι θα μου πεις σωστά πράγματα».

«Ωραία, θα σου πω μόνο και μόνο επειδή με πιέζεις. Αρέσεις σε πολλά κορίτσια, αλλά δεν είσαι ο τύπος του αγοριού ή του άντρα που αρέσει σ’ εμένα».

«Γιατί;»

«Κατ’ αρχήν, παρόλο που είσαι συμπαθητικό παιδί, ντύνεσαι πολύ κραυγαλέα. Δεν θέλω να σε προσβάλω, προς Θεού, αλλά είναι θέμα αισθητικής».

«Τι πάει να πει κραυγαλέα;»

Προσπάθησε να μου εξηγήσει και μετά ακούστε τι μου έκανε η κουφάλα. Με ρώτησε αν έχω τελειώσει το λύκειο, αν ξέρω αγγλικά, αν ξέρω computer, αν μπαίνω στο ίντερνετ, αν έχω e-mail, ποιες είναι οι αγαπημένες μου ταινίες, πόσες θεατρικές παραστάσεις έχω δει φέτος και ποιο είναι το βιβλίο που σημάδεψε τα νεανικά μου χρόνια. Ήμουν χαμένος από χέρι. Καταλαβαίνετε ότι δεν πέρασα τις εξετάσεις. Έμεινα όχι μετεξεταστέος, αλλά στην ίδια τάξη για πάντα. Σήκωσε τους ώμους της σαν να μου έλεγε ότι δεν φταίει εκείνη σε τίποτα κι έφυγε για το πλατό που τη φώναζαν. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου, σας το ορκίζομαι, που το βράδυ κλείστηκα στο σπίτι μου και δεν βγήκα έξω. Πρώτη φορά. Απενεργοποίησα το κινητό μου και έπεσα σε σκέψεις. Η μάνα μου νόμιζε ότι αρρώστησα. Αυτό το «είναι θέμα αισθητικής» μου σούβλιζε την καρδιά. Τι έπρεπε να φορέσω δηλαδή; Μου ήρθε μια φαεινή ιδέα εκείνη τη στιγμή.

Την επομένη λοιπόν έσκασα μύτη με ένα πολύ στενό τζιν, που ήταν σκισμένο στα γόνατα και ήξερα ότι μου τόνιζε τον κώλο και μου έκανε ωραία πόδια, και ένα μαύρο μακό χωρίς μανίκια, που άφηνε να φαίνονται τα μπράτσα μου. Στο μετρό έγινε χαμός. Με κοιτούσε όλος ο γυναικείος πληθυσμός. Στη δουλειά οι μαλάκες μού έκαναν καζούρα, αλλά απ’ τη ζήλια τους. Όταν με είδε η Χρύσα, κοιτώντας την μπανάνα γέλασε. Ξέχασα να σας πω ότι το μακό μπροστά είχε μια μπανάνα.

«Τι είναι, Άντι Γουόρχολ;»

Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που με ρώτησε, αλλά γύρισα να δει και το πίσω. Πίσω έγραφε “Eat me”, που σήμαινε «Φάε με». Δεν το σχολίασε, χαμογέλασε με κατανόηση κι έφυγε. Κατάλαβα ότι ούτε αυτό της άρεσε. Μετά από κανένα δίωρο με φώναξαν απ’ το βεστιάριο. Πήγα να δω τι με ήθελαν. Ήταν εκεί η Χρύσα και κρατούσε ένα λευκό μακό.

«Μπορείς σε παρακαλώ να βάλεις αυτό;»

Δεν της χάλασα το χατίρι, έβγαλα το μακό με την μπανάνα, ευκαιρία να δει και τους κοιλιακούς μου, κι έβαλα το άσπρο, που δεν είχε τίποτα, ήταν σκέτο και επιπλέον δεν ήταν και κολλητό. Με κοίταξε ικανοποιημένη.

«Κατάλαβες τι εννοούσα ότι τα πάντα είναι θέμα αισθητικής; Αν σ’ έβλεπα έτσι στο δρόμο, θα σε πρόσεχα. Με το προηγούμενο ντύσιμο ούτε που θα περνούσε απ’ το μυαλό μου να σε κοιτάξω. Αλλά πάλι σ’ το ξαναλέω, υπάρχουν χιλιάδες κορίτσια που σε προτιμούν με το άλλο μπλουζάκι. Μην κομπλάρεις».

«Εμένα μ’ ενδιαφέρει η δική σου γνώμη».

Δεν απάντησε κι έφυγε βιαστικά για τη δουλειά της. Κοιτάχτηκα και πάλι στον καθρέφτη. Τι ήταν αυτό που της άρεσε; Ούτε το στήθος μου διαγραφόταν, ούτε τα μπράτσα μου φαίνονταν καλά καλά, ούτε εφάρμοζε πάνω μου. Ήταν βέβαια ένα ωραίο άσπρο μακό, μου πήγαινε στο πρόσωπο και έκανε ένα στιλ «χύμα». Ναι, τώρα κατάλαβα. Σαν κάτι φοιτητές στα αμερικάνικα κολέγια που βλέπαμε στις ταινίες.

Όταν γύρισα σπίτι, ξέθαψα απ’ την ντουλάπα μου κάποια παλιά μου ρούχα, που είχα πολύ καιρό να βάλω. Κάτι χακί παντελόνια, κάτι στρατιωτικά, κάτι σε στιλ εργατικά με εξωτερικές τσέπες και τα έδωσα στη μάνα μου να τα πλύνει και να τα σιδερώσει. Έψαξα τα μπλουζάκια μου και δεν είχα ούτε ένα λευκό. Ούτε ένα κανονικό σκέτο μακό. Όλα ήταν με σχέδια, χωρίς μανίκια, με αστεία συνθήματα τύπου «No problem» και τέτοια. Πήγα σ’ ένα μαγαζάκι της γειτονιάς μου και ρώτησα αν είχαν λευκά μακό. Είχαν μόνο Minerva. Δοκίμασα ένα μίντιουμ και ήταν γάντι πάνω μου. Μου «έγλυφε» το κορμί. Ήμουν έτοιμος να πάρω τέτοια, αλλά τελευταία στιγμή ζήτησα και ένα λαρτζ. Πιο άνετο πάνω μου. Πιο χαλαρό. Σαν φοιτητής. Πήρα πέντε λαρτζ. Τρία άσπρα και δύο μαύρα. Αποφάσισα ν’ αλλάξω σιγά σιγά όλη την γκαρνταρόμπα μου. Δεν ήθελα να μου ξαναπεί ότι ντύνομαι κραυγαλέα, ή λαϊκά, ή δεν ξέρω γω τι άλλο. Άλλωστε είκοσι έξι χρόνων ήμουν, δεν ήμουνα δεκαέξι, μπορεί τελικά να είχε και δίκιο. Τώρα που το σκέφτομαι αυτό το μπλουζάκι με την μπανάνα που πίσω γράφει «Εat me» είναι για κάτι μικρά μαλακισμένα. Αποφάσισα να μην το ξαναβάλω ποτέ και το πέταξα.

Η Χρύσα μπορεί να το έπαιζε αδιάφορη, αλλά εγώ την έπιανα με την άκρη του ματιού μου να με προσέχει, να με παρατηρεί και να με κοιτάζει με ικανοποίηση. Της άρεσαν τελευταία οι επιλογές μου. Και τα μπλουζάκια μου, και τα πουκαμισάκια μου και κάτι πόλο που είχα πάρει για να τα συνδυάζω με τα χακί παντελόνια.

Διαπίστωσα μάλιστα ότι οι γυναίκες εξακολουθούσαν να με κοιτάζουν, και μάλιστα πιο πολλές. Γιατί τώρα με πρόσεχαν και κάποιες πιο σοβαρές, πιο κυριλέ. Πριν όπως ντυνόμουν, πώς μου το είχε πει η Χρύσα; «Ούτε που θα περνούσε απ’ το μυαλό τους να με κοιτάξουν».

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που είχα πάθει με την πάρτη της, αλλά αυτή η κοπέλα μού είχε καρφωθεί στο κεφάλι και δεν έλεγε να φύγει με τίποτα. Ξεκινούσα να τηλεφωνήσω σε μια γκόμενα για να πάω να τη γαμήσω, σκεφτόμουν τη Χρύσα και το έκλεινα. Φανταζόμουν την έκφρασή της αν έβλεπε την γκόμενα και ξεκαύλωνα. Άρχισε η μία να μου βρομάει κι η άλλη να μου ξινίζει. Ύστερα από πάρα πολλά χρόνια άρχιζα να παίζω πάλι μαλακία. Δεν ήθελα να πάω μ’ αυτές που πήγαινα. Δεν γούσταρα πια ούτε τις μπαρόβιες, ούτε τις χορεύτριες, ούτε όλες αυτές που ήταν διατεθειμένες να κάνουν τα πάντα για ένα πήδημα. Άρχισαν να με καυλώνουν οι δύσκολες. Αυτές που δεν μου έδιναν σημασία. Βασανιζόμουν κι αυτό άρχισε να φαίνεται. Διάφοροι με ρωτούσαν αν μου συμβαίνει κάτι κι εγώ, μην αντέχοντας άλλο, πήγα στη Χρύσα και της είπα ότι θέλω να μιλήσουμε. Με αντιμετώπισε με πολύ ωραίο τρόπο κι έτσι πήρα θάρρος να της τα πω ανοιχτά:

«Χρύσα, θέλεις να τα φτιάξουμε;»

Ανακάτευε τον καφέ της εκείνη την στιγμή κι έμεινε ακίνητη, με το κουταλάκι στο χέρι. Πριν προλάβει να απαντήσει, έπρεπε να της πω κι άλλα και μακάρι να ήξερα γράμματα να της μιλούσα ωραία, αλλά δεν πειράζει, θα της τα έλεγα χύμα κι ό,τι ήθελε ας γινόταν.

«Απ’ όταν ξεκινήσαμε να μιλάμε, σε σκέφτομαι συνέχεια. Δεν μ’ ενδιαφέρει καμία άλλη γκόμενα, συγγνώμη, κοπέλα ήθελα να πω, παρά μόνο εσύ. Αν λοιπόν θα ήθελες κι εσύ, εγώ θέλω, να ξέρεις ότι σε θέλω πολύ για κορίτσι μου».

«Και τι θα κάνουμε, ρε συ Στέφανε; Αφού είμαστε δύο τελείως διαφορετικοί άνθρωποι. Έχουμε εντελώς διαφορετικά ενδιαφέροντα, ζούμε σε άλλους κόσμους. Πώς θα τα καταφέρουμε;»

«Θα προσπαθήσουμε».

«Βρε αγόρι μου, έτσι και δεις τις παρέες μου, θα φρικάρεις. Θα μας ακούς να μιλάμε και δεν θα καταλαβαίνεις τίποτα. Θα πηγαίνουμε σινεμά και θα σε παίρνει ο ύπνος απ’ την πλήξη. Θα μιλάμε για ένα θεατρικό ή για ένα βιβλίο και δεν θα ξέρεις τι να πεις…»

«Ωραία λοιπόν μάθε με και μετά με παρουσιάζεις στον κύκλο σου».

Την είδα ότι κλονίστηκε κάπως. Δεν με δούλευε, το κατάλαβα απ’ τα μάτια της. «Τα μάτια δεν λένε ποτέ ψέματα», μου έλεγε η μάνα μου και είχε δίκιο. Μου ζήτησε να το σκεφτεί και να βρεθούμε το Σαββατοκύριακο να μιλήσουμε εκτός δουλειάς, με την ησυχία μας.

Την Κυριακή το μεσημέρι μου έκλεισε ραντεβού στο Γκάζι να φάμε και να τα πούμε. Πρώτη φορά πήγαινα προς τα κει, ενώ εκείνη είχε όλη την περιοχή στέκι της. Και ήρθε οργανωμένη παρακαλώ, μ’ έναν κατάλογο πραγμάτων που έπρεπε να κάνω. Μου ζητούσε παράταση ενός ολόκληρου χρόνου. Δηλαδή ήθελε να περάσει ένας χρόνος και μετά να της ξανακάνω πρόταση να γίνει η κοπέλα μου. Έπρεπε όμως μέσα σε αυτό το χρόνο να πάω σε νυχτερινό σχολείο, να μάθω αγγλικά, να μάθω και κομπιούτερ. Μετά θα έπρεπε να διαβάζω κάθε μέρα μία εφημερίδα και κάθε μήνα τουλάχιστον ένα βιβλίο, που θα μου έδινε εκείνη. Θα έπρεπε να σταματήσω να κάνω παρέα με όλους αυτούς που έκανα μέχρι στιγμής, θα έπρεπε να μην πηγαίνω να ξενυχτάω σε κωλόμπαρα και να πετάξω απ’ την ντουλάπα μου όλα τα κραυγαλέα ρούχα που είχα και που, όπως μου είπε, είναι όλα «μαϊμούδες».

Φυσικά θα βλεπόμαστε για να κουβεντιάζουμε, να μου λύνει απορίες και να τη συνοδεύω στο σινεμά ή στο θέατρο. Μου πρότεινε για ξεκίνημα να νοικιάσω την ταινία Ωραία μου κυρία και να τη φανταστώ με αντίστροφους ρόλους. Στο ρόλο του καθηγητή θα ήταν λέει εκείνη και στο ρόλο της κοπέλας, της λουλουδούς, εγώ. Θα με δίδασκε πολλά αυτή η ταινία απ’ ό,τι μου είπε. Τα δέχτηκα όλα. Τίποτα δεν πάει χαμένο, είπα μέσα μου. Και εντάξει, ένας χρόνος περνάει σχετικά σύντομα. Αν θα πηδιόμασταν στη διάρκεια αυτού του χρόνου, θα ήταν καλύτερα τα πράγματα, αλλά δεν νομίζω να μου καθόταν. Κάπως θα τα βόλευα σ’ αυτό το θέμα, δεν αγχωνόμουν.

Τα πράγματα όμως ήταν χειρότερα απ’ ό,τι τα περίμενα. Κατ’ αρχήν είδα την ταινία που μου είπε και η κακομοίρα η πρωταγωνίστρια υπέφερε μ’ αυτό τον παλιομαλάκα τον καθηγητή. Έκλαιγε το κοριτσάκι απ’ την πίεση και την κούραση. Προσπαθούσε να τη μάθει να μιλάει σωστά, να αποκτήσει λεξιλόγιο και να μάθει καλούς τρόπους και την έκανε να φτύνει αίμα. Επειδή όμως είχα πεισμώσει και είχα πει στον εαυτό μου ότι δεν θα ήμουν άντρας αν δεν τα έκανα όλα όσα μου είχε πει, έπεσα με τα μούτρα. Χωρίς πλάκα. Δεν έκανα κοπάνες, διάβαζα κανονικά, έκανα όλες τις ασκήσεις που μας δίνανε για το σπίτι και ενημερωνόμουν καθημερινά διαβάζοντας μία εφημερίδα. Εκεί, να σας πω την αλήθεια, άνοιξαν τα μάτια μου κι άρχισα να καταλαβαίνω τι συμβαίνει στον κόσμο. Άσε που διάβαζα κάτι για το Πακιστάν κι επειδή δεν ήξερα πού ήταν, πήγα από μόνος μου και αγόρασα έναν παγκόσμιο άτλαντα για να βρίσκω όλες τις χώρες. Ευτυχώς στο φροντιστήριο των αγγλικών ήταν μια μελαχρινή τριαντάρα που γούσταρε και πηδιόμασταν κάθε τρεις και λίγο. Ε, τι να κάνω, έπρεπε να φεύγουν τα χοντρά. Το καλύτερό μου όμως ήταν όταν καθόμουν στο κομπιούτερ, και έμπαινα στο internet και στο facebook. Είχα γίνει εξπέρ, με βοηθούσε και στα αγγλικά η καθημερινή τριβή μαζί τους. Μάθαινα πολλές λέξεις, σημείωνα ό,τι άγνωστες είχα, αλλά αυτό που έχω να πω είναι ότι αν πάρεις ζεστά οποιοδήποτε θέμα, σίγουρα θα τα καταφέρεις. Με τη Χρύσα βλεπόμασταν αρκετά συχνά, αλλά δεν μου είχε γνωρίσει ακόμη την παρέα της. Ποιος ξέρει, ίσως ήθελε να είμαι πανέτοιμος πριν με παρουσιάσει. Χαιρόταν αφάνταστα όταν της έλεγα ότι αγόρασα παγκόσμιο άτλαντα ή μια φορά που της είπα ότι είχα δει ένα ντοκιμαντέρ για ένα συγγραφέα που τον έλεγαν Καζαντζάκη.

Όταν πέρασε η χρονιά, μου είχε φύγει ο πάτος, αλλά είχα τελειώσει το γυμνάσιο. Πήρα το χαρτί στο χέρι μου. Μπορούσα δηλαδή να συνεχίσω στο λύκειο την επόμενη χρονιά. Το τι χαρά έκανα, δεν λέγεται. Θα μπορούσα να λέω τουλάχιστον ότι είμαι απόφοιτος γυμνασίου. Καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Και η μάνα μου όμως ήταν μες στην καλή χαρά. Μ’ έβλεπε πια να μην κοπροσκυλιάζω, να διαβάζω και να γράφω κι έκανε το σταυρό της. Τα αγγλικά μου άρχισαν να είναι καλά και στο κομπιούτερ ήμουν μανούλα. Επίσης είχα δει όλες τις ταινίες των αδελφών Κοέν, με είχε πάει σ’ ένα φεστιβάλ ασιατικού κινηματογράφου και είχα δει ένα κάρο περσικές, κινέζικες, γιαπωνέζικες, μέχρι πακιστανικές ταινίες, είδαμε και αναλύσαμε όλες τις ταινίες στις «Νύχτες πρεμιέρας», συν ότι είχα δει για πρώτη φορά στη ζωή μου θέατρο. Και μάλιστα με πήγε σε δεκαέξι παραστάσεις.

Αυτό όμως που δεν περίμενα ήταν να μου αρέσει το διάβασμα. Κι όμως, ίσως ήταν τα βιβλία που μου είχε διαλέξει, ίσως κάποιος άλλος λόγος, αλλά διάβαζα πολύ ευχάριστα. Με ξεκίνησε στρωτά με ωραία μυθιστορήματα του Λουντέμη, του Καραγάτση, του Αθανασιάδη, του Ιωάννου, του Ταχτσή και τώρα θα δοκίμαζε να μου δώσει ξένη λογοτεχνία και κάποια δοκίμια. Επίσης να σας πω ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου έμαθα να τρώω με μαχαίρι και πιρούνι. Μέχρι τώρα ένα πιρούνι μού ήταν αρκετό, αλλά βλέποντάς την να τρώει με μαχαίρι και πιρούνι σιγά σιγά το συνήθισα κι εγώ.

Για να μπορέσω να αντεπεξέλθω οικονομικά, ζήτησα απ’ την παραγωγή να με βάλει και σ’ άλλες εκπομπές, για να βγάζω περισσότερα. Ο χρόνος μου ήταν πολύ περιορισμένος πια. Το μόνο που με στεναχωρούσε ήταν ότι δεν πήγαινα τόσο συχνά στο γυμναστήριο. Μπάλα εξακολουθούσα να παίζω μία φορά τη βδομάδα, αλλά στο γυμναστήριο πήγαινα πια αραιά και πού. Όταν λοιπόν συμπληρώσαμε χρόνο, ένα βράδυ που είχαμε πάει σινεμά και μετά περάσαμε απ’ το «Hoxton» για μια μπίρα, της έκανα και πάλι την πρόταση:

«Χρύσα, θέλεις να είμαστε μαζί;»

Με κοίταξε πολύ γλυκά κι ήταν κουκλάκι. Εγώ δεν το συζητάω, ήμουν φουλ ερωτευμένος. Χαμογέλασε.

«Γιατί γελάς;»

«Γιατί πέρυσι μου είχες πει “θες να τα φτιάξουμε”, ενώ τώρα “να είμαστε μαζί”».

«Λοιπόν…»

«Εξήγησέ μου γιατί θέλεις να είμαστε μαζί».

«Γιατί μ’ αρέσεις πολύ σαν κορίτσι, γιατί θέλω να είμαστε μαζί συνέχεια, γιατί σε σκέφτομαι και γιατί, να σ’ το πω λαϊκά, με καυλώνεις».

Το ξέρω ότι αυτό το τελευταίο ήταν παρακινδυνευμένο, αλλά το είπα γιατί όλες οι γυναίκες κουλτουριάρες και μη, θέλουν να καυλώνουν τους άντρες. Η Χρύσα με κοίταξε πολύ σοβαρά.

«Άκου, Στέφανε, χαίρομαι πάρα πολύ που βλέπω πάνω σου όλες αυτές τις αλλαγές, χαίρομαι επίσης που σου αρέσει κι εσένα όλη αυτή η προσπάθεια που κάνεις, αλλά να σου πω κάτι;»

Την κοίταζα και απ’ την αγωνία μου είχα ξεχάσει να πάρω ανάσα.

«Παραείσαι χρησιμοποιημένος, ρε παιδί μου».

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Αυτό θα πει ότι όλες οι κοπέλες στη δουλειά περηφανεύονται ότι έχουν συνευρεθεί ερωτικά μαζί σου».

«Και είναι κακό αυτό;»

«Ε, δεν είναι; Να μιλάει η κάθε μια για σένα και να ξέρουν όλες κάθε ανατομική σου λεπτομέρεια; Και να σ’ το πω και λαϊκά, να περιγράφουν όλες πώς είναι ο πούτσος σου…»

«Μα όλοι οι άντρες έτσι δεν κάνουν;»

«Κι εγώ τι ρόλο θα παίζω; Θα είμαι μία ακόμα μέσα στον κατάλογο των κατακτήσεών σου; Κι αν αύριο μεθαύριο βρεις καμιά άλλη και θες να πας μαζί της, εμένα ποια θα είναι η θέση μου; Εγώ αν κάνω σχέση, θέλω η σχέση αυτή να κρατήσει. Εσύ είσαι ένα παιδί που θέλεις να γλεντήσεις. Απολύτως σεβαστό. Αλλά εγώ δεν κολλάω στο όλο σκηνικό».

Έμεινα να την κοιτάω σαν μαλάκας. Δεν ήξερα τι να πω. Όταν έφυγα, αισθανόμουν ότι αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν. Ξανά ήττα; Ξανά σφαλιάρα; Ξανά απόρριψη; Το βράδυ πήρα τον κολλητό μου και πήγαμε σε τέσσερα μπαρ, ήπιαμε τον κώλο μας και τα έσπασα. Ήμουν πολύ χάλια. Δεν με κρατούσε τίποτα. Ήθελα να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο. Γαμήθηκα για ένα χρόνο μην τυχόν και τα φτιάξουμε και τώρα αυτή με είπε «χρησιμοποιημένο»; Τι έπρεπε να είμαι, παρθένος; Αυτή δηλαδή ήταν παρθένα;

Μ’ έπιασε το παράπονο και καθισμένος σ’ ένα πεζοδρόμιο άρχισα να κλαίω. Ο κολλητός μου, που δεν με είχε ξαναδεί έτσι, τα ’κανε πάνω του. Σταμάτησε ένα ταξί για να με πάει σπίτι, αλλά εγώ ήμουν ανένδοτος. Ήθελα να πάω στο σπίτι της Χρύσας, να τη βρω και να εξηγηθούμε. Ήθελα να δει σε τι κατάσταση με είχε φτάσει. Φτάσαμε στη Δάφνη, εκεί που έμενε, κι επειδή δεν ήθελα μαζί τον κολλητό μου, έτσι όπως ήταν με το ταξί τον έδιωξα. Κάθισα έξω απ’ την πολυκατοικία που έμενε και με πήραν πάλι τα ζουμιά. Σηκώθηκα κι άρχισα να της βαράω το κουδούνι, ενώ συγχρόνως άρχισα να φωνάζω το όνομά της:

«Χρύσα, σ’ αγαπάω γαμώτο μου. Χρύσααααα…»

Άκουσα διάφορα ρολά και μπαλκονόπορτες ν’ ανοίγουν, αλλά δεν ήταν εκείνη. Ήταν οι γείτονες. Μου φώναζαν να σταματήσω γιατί κοιμόντουσαν.

«Σας παρακαλώ, την αγαπάω και δεν με θέλει».

Η φωνή μου ακουγόταν σπαραχτική κι έτσι, μέσα στα κλάματα, έπεσα στα γόνατα στη μέση του δρόμου φωνάζοντας ότι την αγαπάω. Οι γείτονες σταμάτησαν να φωνάζουν. Απ’ την απέναντι μονοκατοικία βγήκε ένα παλικάρι, καλή του ώρα, Αλέκο μου είπε ότι τον έλεγαν, και μου έφερε ένα ποτήρι νερό. Ανησύχησε το παιδί και βγήκε έξω με το σώβρακο. Έτσι όπως ήμουν τύφλα, του είπα όλη την ιστορία μου. Με άκουσε σαν να ήταν φίλος μου. Μετά από λίγο ήρθε και ο αδελφός του, ο Νίκος, και θέλανε να με πάνε σπίτι τους να μου φτιάξουν καφέ. Τους ευχαρίστησα και τους είπα να με αφήσουν στον αγώνα μου.

«Χρύσααααα…»

Οι γείτονες δεν έμπαιναν μέσα, παρακολουθούσαν με αγωνία να δουν την εξέλιξη. Εγώ μέσα στο λιώμα μου άρχισα να της κάνω φωναχτά ερωτική εξομολόγηση. Άνοιξα την καρδιά μου διάπλατα και της τα είπα όλα. Τις σκέψεις και τα αισθήματά μου. Κι όσο τα έλεγα, τόσο έκλαιγα.

Όταν ύστερα από λίγο την είδα να βγαίνει απ’ την πολυκατοικία με τις πιτζάμες ξυπόλητη και να έρχεται προς το μέρος μου, εκεί ξέσπασα σε αναφιλητά. Η Χρύσα ήρθε, γονάτισε μπροστά μου, με αγκάλιασε και με φίλησε. Δεν το πίστευα. Με φίλησε; Ναι, με φίλησε, στο στόμα, και με αγκάλιασε σφιχτά.

«Κοριτσάκι μου, δεν πρόκειται να σ’ αφήσω για καμία».

Μου έκλεισε το στόμα πάλι μ’ ένα φιλί και πιάνοντάς με απ’ το χέρι με σήκωσε για να πάμε μέσα. Ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στη γη. Ούρλιαξα απ’ τη χαρά μου:

«Μ’ αγαπάει. Μ’ αγκάλιασε και με φίλησε, μ’ αγαπάει».

Οι γείτονες ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και φωνές. Άναψαν τα φώτα στα μπαλκόνια κι εμείς ήμασταν κάτω στο δρόμο, αγκαλιά, να βλέπουμε όλη αυτή τη μοναδική στιγμή γύρω μας, και πάνω στον ουρανό όλα τα αστέρια να θέλουν να πέσουν στα πόδια μας.

—————————————

1 COMMENT

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here