Τα τρία αδέλφια

0
226

 

Διήγημα του Νίκου Μουρατίδη

[από την συλλογή διηγημάτων «Εγώ ήμουν αντράκι»- εκδόσεις Τετράγωνο].

—————————-

Αυτό που συνέβη στην γειτονιά μας, απέναντι απ’ το σπίτι μας, αν το έβλεπα σε καμιά ταινία θα έλεγα ότι μόνο στο σινεμά συμβαίνουν αυτά. Κι’ όμως να που το έζησα από κοντά. Ένα παλικάρι που πρέπει να ήταν στην ηλικία μου να κλαίει και να σπαράζει στα πόδια μιας κοπέλας, της Χρύσας, που έμενε στην απέναντι πολυκατοικία και η οποία ευτυχώς υπέκυψε τελικά και τον δέχτηκε. Η μάνα μας είχε βάλει τα κλάματα και εμείς χειροκροτούσαμε όπως και όλοι οι γείτονες που είχαν βγει στα μπαλκόνια τους.

Είμαι ο Αλέκος, ο μεσαίος γιος της οικογένειας μου. Ο Νίκος, ο μεγάλος, είναι είκοσι οκτώ χρόνων και είναι στέλεχος σε εταιρία εισαγωγής ρούχων. Εγώ είμαι είκοσι έξι και δουλεύω στο δημόσιο και ο μικρός, ο Αχιλλέας , είναι δεκαεννιά, φαντάρος και ακόμα δεν έχει αποφασίσει τι θέλει να κάνει στη ζωή του. Ο Νίκος πήρε το όνομά του από τον παππού, τον πατέρα του πατέρα μας. Εγώ απ’ την γιαγιά την Αλεξάνδρα, απ’ την μεριά της μαμάς και ο Αχιλλέας από τον γνωστό, τον αρχαίο Έλληνα Αχιλλέα, μια και ήταν ο αγαπημένος παιδικός ήρωας του πατέρα μας. Σαν αδέλφια δεν μοιάζουμε και πολύ μεταξύ μας. Και δεν μιλάω εμφανισιακά, που είμαστε μια χαρά και οι τρεις, αλλά σαν άτομα. Ο Νίκος είναι πολύ της δουλειάς και της καριέρας και τρελαίνεται για εκδρομές. Εγώ είμαι πιο «στ’ αρχίδια» μου, πιο αλητεία και τελευταία έχω φάει κόλλημα με τα ζώδια. Διαβάζω σαν τρελός αστρολογία. Ο μικρός πάλι, δώσ’ του γυμναστήρια, γκόμενες, πιόματα και Μύκονο και πάρ’ του την ψύχη.

Κάποια στιγμή, ο Νίκος αποφάσισε να μας γνωρίσει την γυναίκα που είχε σχέση τα δύο τελευταία χρόνια και η οποία είχε μια αρκετά μεγάλη και καλή επιχείρηση με γύψινα, κληρονομιά απ’ τον πατέρα της. Την Εύα. Επειδή λοιπόν αποφάσισαν να επισημοποιήσουν τη σχέση τους, οι γονείς μας σκέφτηκαν να την τραπεζώσουν για να την γνωρίσουμε όλοι οικογενειακώς. Ο μόνος που έλειπε εκείνη τη μέρα ήταν ο Αχιλλέας, πού είχε τριήμερη άδεια απ’ το στρατό και πήγε εκδρομή στην… Μύκονο. Σιγά μη καθόταν να γνωρίσει την νύφη μας!

Τις τελευταίες ημέρες στο σπίτι επικρατούσε αναστάτωση γιατί η μάνα μας ήθελε να κάνουμε καλή εντύπωση στην κοπέλα. Μαζί με την κυρία που την βοηθούσε στις δουλειές, είχαν «γλύψει» τα πάντα. Tο σπίτι άστραφτε. Όσο για το τραπέζι, είχε καθίσει κι’ είχε ετοιμάσει ένα σωρό φαγητά λες και θα ερχόταν να φάει μαζί μας, πενταμελής οικογένεια. Ο πατέρας άνοιξε μέχρι και μπουκάλι απ’ το καλό του το κρασί, που ούτως ή αλλιώς για κάτι τέτοιες περιπτώσεις το φύλαγε.

– Κούκλα μου μου, χαιρόμαστε πάρα πολύ σε γνωρίζουμε και που θα γίνεις νύφη μας. Στην υγεία μας και με το καλό. Να ξέρεις ότι παίρνεις αγόρι άλφα-άλφα.

– Μπαμπά!

Ο Νίκος με κάτι τέτοια γινόταν «Τούρκος».

– Γιατί παιδί μου ψέματα λέω;

Η μαμά φέρνοντας τις σαλάτες επενέβη να σώσει την κατάσταση

– Νίκο μου, δε πας να φωνάξεις τον αδελφό σου να κατέβει για να φάμε;

Εγώ πάλι, εντελώς στ’ αρχίδια μου, βαριόμουν του κερατά να συμμετέχω σ’ όλο αυτό το γιορτινό κλίμα και ήμουν άλουστος και αξύριστος στο δωμάτιο μου, με φόρμα μπρούμυτα στο κρεβάτι και μιλούσα με τον κολλητό μου στο τηλέφωνο. Το θέμα μας ήταν η Ρούλα, μια συνάδελφος μου που ο φίλος μου την είχε δει μια μέρα που πέρασε απ’ τη δουλειά και την είχε καψουρευτεί.

– Ρε μαλάκα της έδωσε πέντε μέρες άδεια χωρίς να της τις χρεώσει και έφυγαν μαζί, εκείνος κρυφά απ’ την γυναίκα του εννοείται…..Δεν το πιστεύεις; Θέλεις να τον πάρω από το σταθερό, να τον βάλω ανοικτή ακρόαση και ν’ ακούς;

Το χτύπημα της πόρτας και η είσοδος του Νίκου μας διέκοψε.

– Τι θέλεις;

– Τι να θέλω ρε μαλάκα; Είναι κάτω η Εύα, δεν θέλεις να την γνωρίσεις; Και άντε δεν θέλεις να την γνωρίσεις, να φάμε θέλεις;

Είμαι απαράδεκτος. Έκλεισα το τηλέφωνο στα μούτρα του κολλητού μου

– Συγνώμη αδελφούλη μου έρχομαι αμέσως.

Έβγαλα το φανελάκι που φορούσα, έβαλα έτσι στο πρόχειρο ένα πουκάμισο και κατέβηκα κάτω. Ήταν ήδη όλοι τους στο τραπέζι.

– Α να και η Αυτού Υψηλότης. Αυτός είναι ο μεσαίος μου αδελφός ο περίφημος Αλέκος. Από δω η Εύα.

Δεν ξέρω τι έπαθα. Με το που την είδα μου κόπηκαν τα πόδια. Τι γυναικάρα ήταν αυτή! Ήταν ακριβώς ο τύπος που μου άρεσε. Όσο έπρεπε κυρία και όσο έπρεπε… αλήτισσα. Ήταν ντυμένη αυστηρά με μια πολύ διακριτική σέξι υποψία και το βλέμμα της ήταν υγρό και μυστηριώδες. Σαν το βλέμμα του Σκορπιού. Την ρώτησα κατ’ ευθείαν τι ζώδιο είναι.

– Σκορπιός.

Ήταν σαν να με δάγκωσε. Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Τα πάντα πάνω της με καύλωναν. Χτύπησε το κινητό της και σηκώθηκε να το πιάσει. Εκεί να δεις κατάσταση. Ψηλή, κορμάρα με πολύ σφιχτό και τουρλωτό κώλο. Ο αδελφός μου είχε χτυπήσει διάνα. Γκόμενα φραγκάτη και μουνάρα. Ήταν γυμνασμένη λέει, γιατί από μικρή έπαιζε μπάσκετ.

– Επαγγελματικά;

Όχι. Η αλήθεια είναι ότι επειδή στο σχολικό πρωτάθλημα και στα τουρνουά των νεανίδων είχα κάνει πολύ καλή εντύπωση, με είχαν ζητήσει και από τον Παναθηναϊκό και από τον Πανιώνιο, αλλά δυστυχώς επειδή πέθανε εντελώς ξαφνικά ο πατέρας μου έπρεπε να αναλάβω την οικογενειακή επιχείρηση.

Μου μίλαγε και με κοίταζε τόσο έντονα που είχα κομπλάρει. Λες κι’ ήμουν γκόμενα. Αλλά ρε παιδί μου είχε αυτόν τον τρόπο, που ήταν απόλυτος και λίγο αυταρχικός και σε «ψάρωνε». Είχα αρχίσει να φαντάζομαι πως θα είναι στο κρεβάτι και μ’ έπιασε ταραχή. Έτσι μ’ άρεσαν οι γυναίκες στο κρεβάτι, αυταρχικές και με διάθεση να έχουν το πάνω χέρι. Καθώς σήκωσα το ποτήρι να πιω μια γουλιά κρασί, απ’ την ταραχή μου χύθηκε πάνω στο πουκάμισο και έγινα μαντάρα.

– Χάλια έγινα. Με συγχωρείτε μισό λεπτό

Ανέβηκα πάνω για ν’ αλλάξω κι’ ήταν ευκαιρία να συνέλθω λιγάκι. Έστρωσα τα μαλλιά μου που ήταν στα μαύρα τους τα χάλια, έριξα και δύο «φστ» κολόνια και αποφάσισα να βάλω το αγαπημένο μου πουκάμισο που ήξερα ότι ταίριαζε με τα μάτια μου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο μου η Εύα με την πρόφαση ότι έψαχνε το μπάνιο. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και το βλέμμα της με περιεργαζόταν λαίμαργα. Κοιτούσε το στήθος μου απ’ το ξεκούμπωτο πουκάμισο και αισθανόμουν ότι με λιγουρευόταν. Με πλησίασε με πολύ αποφασιστικό τρόπο, μου βούτηξε με το ένα χέρι τον πούτσο και με το άλλο το στήθος μου ενώ μου έριξε ένα ξεγυρισμένο γλωσσόφιλο. Η φωνή της ήταν μέσ’ την καύλα.

– Θα σε φάω εσένα

Με παράτησε και βγήκε σφαίρα απ’ το δωμάτιο. Δεν το πίστευα αυτό που μου συνέβη. Μέχρι που ακούμπησα κάπου για να μην πέσω κάτω απ’ το σοκ.

Όταν το δείπνο έφτασε στο τέλος και η Εύα σηκώθηκε να φύγει χαιρέτησε τους γονείς μας πολύ θερμά και εμένα εντελώς τυπικά. Ο Νίκος την συνόδευσε μέχρι το αυτοκίνητο της, ενώ οι γονείς μας παραληρούσαν ενθουσιασμένοι.

– Πολύ μου άρεσε η νύφη μας.

– Πολύ.

– Μακάρι να βρεις και συ ένα τόσο καλό και άξιο κορίτσι.

Ευτυχώς και γύρισε ο Νίκος για να γλιτώσω το κήρυγμα. Μου έκανε νόημα να παω επάνω, στο δωμάτιο του.

– Λέγε, πως σου φάνηκε, σου άρεσε; Την βρήκες γοητευτική και σέξι; Σοβαρή και με χιούμορ; Άνετη αλλά και πολύ διακριτική; Λέγε.

Πρόσεξα πολύ τι θα πω για να μη καρφωθώ.

– Τίποτα απ’ όλα αυτά. Χαίρομαι πολύ που αγαπιέστε και θα το κάνετε επίσημο, αλλά η Εύα είναι ένας κανονικός άνθρωπος, μην υπερβάλλουμε κιόλας.

– Καλά, αν την γνωρίσεις καλύτερα θα αλλάξεις γνώμη. Εγώ είμαι τρελός και παλαβός. Και όσον αφορά το σεξ, δεν το συζητάω.

– Γιατί;

– Τι γιατί;

– Γιατί δεν το συζητάς; Αδελφός σου είμαι. Αν δεν το συζητήσεις με μένα με ποιον θα το συζητήσεις;

– Ένα θα σου πω, που είσαι και της αστρολογίας. Σκορπιός!

– Επειδή με το ένα δεν καταλαβαίνω, για συνέχισε.

– Σκορπιός ρε μαλάκα, το καλύτερο κρεβάτι.

– Α, όχι, Ταύρος το καλύτερο κρεβάτι.

– Εν πάση περιπτώσει, εγώ με την Εύα κάνω το καλύτερο σεξ της ζωής μου.

Sex, ΤΑ 3 ΑΔΕΛΦΙΑ, ΔΙΗΓΗΜΑ, ΣΕΞ, ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗ, nikosonline.gr, Nikos On Line

Αυτό ήταν. Η γνωριμία με την Εύα μου αναστάτωσε τη ζωή. Καθόμουν να μιλήσω με τον αδελφό μου και με τρόπο τον ρωτούσα για εκείνη γιατί ήθελα να μάθω όσα περισσότερα μπορούσα. Μου έγινε έμμονη ιδέα. Από εκείνη την ημέρα ότι και να σκεφτόμουν η εικόνα της ερχόταν στο μυαλό μου. Ξεφύλλιζα ένα περιοδικό; Έβλεπα τα μάτια της. Στις σελίδες μόδας νόμιζα ότι ποζάρει εκείνη. Στην δουλειά, την έβλεπα δίπλα μου. Έμπαινα στο μπάνιο και εκείνη ήταν εκεί. Έπεφτα να κοιμηθώ και με αγκάλιαζε. Η ζωή μου είχε γίνει ανυπόφορη. Φανταστείτε μάλιστα τι έπαθα όταν μια μέρα που ήμουν στο δωμάτιο του Νίκου, εκείνος ντυνόταν για να φύγει, εγώ του έκανα παρέα και τα λέγαμε και η μάνα μας πέταξε την φαεινή ιδέα.

– Δεν παίρνεις και τον αδελφό σου μαζί μη τυχόν και γνωρίσει καμία κοπέλα απ’ τον κύκλο σας.

– Τι εννοείς ρε μάνα;

– Εννοώ ότι με τις παρέες που κάνεις και κλεισμένος εδώ μέσα πως θα βρεις και συ ένα καλό κορίτσι;

Ο Νίκος χωρίς δεύτερη σκέψη με κάλεσε

– Θέλεις να έρθεις; Σε μια έκθεση ζωγραφικής πάμε και μετά για φαγητό.

– Σε σέρνει σε εκθέσεις ζωγραφικής, και συ πας;

– Φυσικά. Εκείνη γιατί έρχεται μαζί μου στο γήπεδο ή σε αγώνες μότο- κρος;

– Και εγώ τι ρόλο θα παίζω μαζί σας; Κολαούζος;

– Έλα άσε τις μαλακίες και πήγαινε να ντυθείς μην αργήσουμε. Η Εύα σε συμπάθησε πάρα πολύ. Όλο για σένα με ρωτάει.

Όλο για μένα ρωτάει; Γαμώ το κέρατο μου γαμώ. Γιατί ρε θεέ με τιμωρείς έτσι; Τι έκανα; Πως θα το αντέξω αυτό; Κι’ αυτή δεν ντρέπεται; Αρραβωνιάστηκε τον αδελφό μου και τα ρίχνει και σε μένα; Και τον ρωτάει κιόλας τι κάνω; Θα του τα πω όλα. Αααα δεν πάει άλλο….

– Όλα θα του τα πω

Αυτό το τελευταίο μου ξέφυγε και το είπα φωναχτά την ώρα που έμπαινε ο Αχιλλέας στο δωμάτιο μου

– Σε ποιον θα τα πεις όλα;

– Άσε με ρε μαλάκα και με τρόμαξες, παραμιλάω.

– Κατάλαβα…προχωρημένη η κατάσταση. Να σου πω, θα μου δανείσεις…

– Δεν σου δανείζω τίποτα, να πας στον Νίκο που τον έχεις παραμυθιάσει και σου δίνει τα πάντα.

Ο Νίκος μπήκε έτοιμος για να φύγουμε

– Τι του δίνω;

– Τίποτα αδελφούλη μου, μας ζηλεύει που έχουμε μια καταπληκτική σχέση.

Τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Δεν έχω δει μεγαλύτερο μαλαγάνα.

– Νίκο θα μου δανείσεις…

– Ναι πήγαινε και πάρε ότι θέλεις.

Ο μικρός με κοίταξε με ύφος θριαμβευτή, κι’ έφυγε. Ήταν πολύ κουφάλα το μαλακισμένο. Αυτός ήταν το πραγματικό αστέρι της οικογένειας. Ήταν πολύ κούκλος, είχε πλακωθεί στο γυμναστήριο και στην μπάλα κι’ είχε κάνει ένα κορμί θάνατο, κι’ ήταν και τρομερά ευχάριστος στην παρέα. Πολύ χαριτωμένος. Επειδή ήταν και αντράκι, ήταν φουλ στις κατακτήσεις.

Φύγαμε, και μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι της Εύας για να την πάρουμε, πιάσαμε την κουβέντα. Εγώ δηλαδή, που ήθελα να δω πως σκέφτεται ο αδελφός μου γύρω από τα θέματα των σχέσεων. Από τις απαντήσεις που μου έδινε μου φάνηκε πολύ απελευθερωμένος. Αλλά πάρα πολύ.

– Θα άρεσε δηλαδή στην Εύα να φλερτάρεις άλλες γυναίκες;

– Επειδή ήδη το έχουμε κουβεντιάσει αυτό το θέμα, δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα, αρκεί να μην παραβιάσω τους κανόνες που μου έχει βάλει.

– Κανόνες; Για λέγε να μαθαίνω

– Μου είπε ότι αν θελήσω να πάω με κάποια να πάω χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλά να ξέρω ότι θα κάνει κι’ εκείνη το ίδιο. Κι’ αν πάω, θέλει να μην την φιλήσω στο στόμα, να φορέσω οπωσδήποτε προφυλακτικό και πριν πάω στο σπίτι να έχω κάνει ντους για να μην μυρίσει την κολόνια της. Τα ίδια ισχύουν και για εκείνη. Α…επίσης της είπα αν το κάνει με κάποιον, στο κινητό της, για καλό και για κακό, να τον γράψει με ονοματεπώνυμο και όχι σκέτο Αλέκος… ας πούμε.

Αν οδηγούσα εγώ μπορεί και να είχαμε τρακάρει. Τα χέρια μου πάγωσαν απότομα.

– Τι εννοείς; Δεν της έχω δώσει το τηλέφωνό μου.

– Όχι ρε μαλάκα, αλίμονο. Ένα παράδειγμα έφερα.

– Α, είπα και ‘γω. Και η Εύα πως αντέδρασε όταν της τα είπες αυτά;

– Πως να αντιδράσει; Με αγκάλιασε, με φίλησε και αφού μου είπε ότι με λατρεύει, ότι δεν πρόκειται να με αφήσει ποτέ, ότι είμαι ο πιο σπάνιος άντρας στον κόσμο και διάφορα τέτοια μετά μου έκανε ένα έρωτα σαν να ήταν η πρώτη μας φορά. Με ξεζούμισε, με έβγαλε νοκ άουτ. Και μετά μου είπε, «Πήγαινε τώρα με όποια βρώμα θέλεις. Χέστηκα».

Sex, ΤΑ 3 ΑΔΕΛΦΙΑ, ΔΙΗΓΗΜΑ, ΣΕΞ, ΤΟ BLOG ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗ, nikosonline.gr, Nikos On Line

Η Εύα χάρηκε που με ξαναείδε, κάθισε μπροστά δίπλα στον Νίκο, και εγώ πίσω σαν να κρατούσα φανάρι. Καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς συμπεριφερόταν εντελώς φυσιολογικά. Μετά την γκαλερί πήγαμε για φαγητό και καταλήξαμε σε ένα μπαράκι για ποτά. Όταν ο Νίκος ζήτησε συγνώμη και πήγε στην τουαλέτα, η Εύα μεταμορφώθηκε. Με πλησίασε και έβαλε το πόδι της ανάμεσα στα δικά μου, τρίβοντας το μπούτι της πάνω στον πούτσο μου.

– Εσύ δεν θα μου γλιτώσεις

Καύλωσα αλλά συγχρόνως δεν ήξερα τι να πω. Η γκόμενα με κόμπλαρε αφάνταστα.

– Γιατί δεν μου τηλεφώνησες;

– Δεν μου έχεις δώσει το τηλέφωνο σου..

– Ε, βρες το.

– Πως;

– Δεν ξέρω. Show me how much you want me.

Δεν το πιστεύω Θεούλη μου. Άκου show me how much you want me! Τι να κάνω δηλαδή για να βρω το τηλέφωνο της; Να το κλέψω;

Ένα απ΄ τα επόμενα απογεύματα που ήμουν στο δωμάτιο του Νίκου μου είπε να πάω πάλι μαζί τους.

– Θα πάμε σινεμά και μετά φαγητό.

– Μπα βαριέμαι.

– Και τι θα κάνεις;

– Θα χαζέψω λίγο τηλεόραση, και θα χωθώ στην μπανιέρα να μουλιάσω και να χαλαρώσω.

– Καλά όπως νομίζεις. Δεν έρχεσαι μέσα που θα κάνω ντους να μιλάμε;

– Μπα άσε βαριέμαι, πάω στο δωμάτιο μου

Ο Νίκος μπήκε στο μπάνιο του. Σαν πρωτότοκος είχε πάρει την καλή κρεβατοκάμαρα με το δικό της μπάνιο. Ενώ εγώ είχα κοινή τουαλέτα με τον Αχιλλέα. Σηκώθηκα να φύγω για το δωμάτιο μου αλλά μόλις άκουσα το νερό του ντους να τρέχει, κοντοστάθηκα. Ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή. Βούτηξα το κινητό του κι’ άρχισα να ψάχνω για το τηλέφωνο της Εύας. Ξαφνικά ξεκίνησε να τραγουδάει με την αγριοφωνάρα του.

– «Ήταν η ζωή μου κόλαση και την έκανες απόλαυση»,

Άντε γαμήσου μαλάκα, με κοψοχόλιασες! Επί τέλους το βρήκα. Την είχε καταχωρημένη πως νομίζετε; «Εύα, my love». Του ρίχνεις ροχάλα του μαλάκα ή δεν του ρίχνεις; Αντέγραψα στα γρήγορα το νούμερο περνώντας το στο δικό μου κινητό, σκούπισα καλά-καλά το τηλέφωνο του για να μην υπάρχουν δακτυλικά αποτυπώματα κι’ έφυγα.

—————

Ωραία το βρήκα το τηλέφωνο της. Και τώρα; Να την πάρω ή να μην την πάρω; Αλλά και πάλι τι ερώτημα είναι αυτό; Τότε γιατί το έκλεψα, για να μην την πάρω; Αλλά κάνει να τηλεφωνήσω στην γυναίκα που είναι ερωτευμένος ο αδελφός μου; Αλλά κι’ εκείνη γιατί μου χίμηξε και επί πλέον μου είπε Show me how much you want me; Α, όχι, θα την πάρω. Η μισή ντροπή δική μου και η μισή δική της. Άρχισα να πληκτρολογώ το νούμερο, αλλά επειδή πάντα στη ζωή μου όποτε λειτουργούσα παρορμητικά δεν μου είχε βγει σε καλό, το έκλεισα. Έπρεπε να το σκεφτώ. Φαντάσου, να μου το έπαιζε και να μου έκανε την αδιάφορη. Μπα, δεν πιστεύω, αφού η γυναίκα φαινόταν αποφασισμένη. Μήπως όμως με χρησιμοποιούσε για να εκδικηθεί τον Νίκο; Μήπως αυτός ο μαλάκας πήγε και πήδηξε καμιά φίλη της και τώρα αυτή θέλει να το κάνει μαζί μου για να του την φέρει; Το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει. Μετά από λίγο αποφάσισα να την πάρω, αλλά για να μην έχει αποδεικτικά στοιχεία θα την έπαιρνα με απόκρυψη. Πάλι όμως το μετάνιωσα και θεώρησα πιο σωστό ν’ αφήσω να περάσει η νύχτα και να την πάρω την επομένη με καθαρό μυαλό. Ν’ άφηνα να περάσει και μια μέρα, μην με πέρναγε για λιγούρη.

Την επομένη στο εργοστάσιο της Εύας με τα γύψινα, επικρατούσε οργασμός. Παρέδιναν μια μεγάλη παραγγελία με γυψοσανίδες που θα έφευγε για Αμερική, είχαν και την τρέχουσα καθημερινή δουλειά, οπότε επικρατούσε ένας γενικός χαμός. Η Εύα βρισκόταν ανάμεσα στους εργάτες συντονίζοντας τα πάντα. Παρ’ ότι ήταν μόνο είκοσι επτά χρόνων, με τον τρόπο της αλλά και με το στιλ της είχε καταφέρει να κάνει τους πάντες να την σέβονται και να την εκτιμούν. Όταν χτύπησε το κινητό της, το κοίταξε καχύποπτα γιατί της τηλεφωνούσε κάποιος με απόκρυψη, αλλά το σήκωσε.

– Ακούω. Α, έλα Πάνο. Γιατί με παίρνεις από απόκρυψη; Κατάλαβα. Τι να γίνεται; Εγώ; Δουλειά φίλε μου, δουλειά. Μεγαλώνουν οι μπίζνες, το ‘χω κάνει εδώ μέσα της παγκοσμιοποίησης! Ε… πρέπει να έρθεις να το δεις και μόνος σου. Έχω Αλβανό, Κινέζο, Φιλιπινέζο και Αφρικανό. Εν τάξει όποτε θέλεις πέρνα.

Έκλεισε το τηλέφωνο με μια γκριμάτσα, και φώναξε τον νεαρό Κινέζο που είχε προσλάβει πριν μία βδομάδα.

– Ε, Μάο τσε Τουνγκ, έλα ‘δω ρε παιδί μου.

Αφού του έδωσε κάποιες κατευθύνσεις για το τι έπρεπε να κάνει πήγε και κλείστηκε στο γραφείο της για να τηλεφωνήσει στο τελωνείο. Το κινητό της ξαναχτύπησε και ήταν πάλι κάποιος με απόκρυψη.

– Ακούω

Δεν κατάλαβα αν ήταν αυτή ή κάποια γραμματέας

– Η Εύα;

– Καλώς τον Αλέκο!

Έμεινα σαν μαλάκας. Με κατάλαβε με τη μία!

– Πως με κατάλαβες αμέσως;

– Καλώς τον ‘να κι’ ας άργησες. Το βρήκες τελικά το τηλέφωνό μου. Μπράβο αγόρι μου είσαι γάτα.

– Τι εννοείς ότι άργησα;

– Περίμενα να σου πω την αλήθεια ότι θα με έπαιρνες από την πρώτη μέρα.

– Γιατί το περίμενες αυτό;

– Γιατί νόμιζα ότι είχες φτιαχτεί, όσο είχα φτιαχτεί και ‘γω…

Κατάφερε και με «ψάρωσε» πάλι. Της μιλούσα και προσπαθούσα να μην φανεί ότι το χέρι μου έτρεμε ή ότι η φωνή μου είχε μια αστάθεια και έλεγα ασυναρτησίες. Την κάλεσα για καφέ.

– Για καφέ; Ο.Κ πάμε και για καφέ, γιατί όχι! Καφέ; Καφέ! Αλλά να ξέρεις εγώ δεν είμαι και πολύ του καφέ.

 

Το φλιτζάνι του καφέ που είχα αφήσει πλάι, στο κομοδίνο μου έκανε απίστευτο θόρυβο. Η Εύα δεν έδειχνε όμως να ενοχλείται. Ναι, καταλάβατε πολύ καλά. Τον καφέ μας τον ήπιαμε σε δωμάτιο ξενοδοχείου ΧΧΧ . Κι’ όταν πέσαμε στο κρεβάτι κι’ αρχίσαμε να κάνουμε έρωτα έβλεπα το φλιτζάνι του καφέ να ταρακουνιέται συντονισμένο με τις δικές μας κινήσεις. Βλέπετε τα κομοδίνα ήταν απ’ αυτά που ήταν ενωμένα με το κρεβάτι.

Πράγματι, η Εύα στο σεξ ήταν σκέτος δυναμίτης. Ήξερε τι ήθελε, πως να το πάρει και τι να το κάνει. Όταν πάνω στα προκαταρκτικά μου τον έβαλε στο στόμα της, νόμιζα ότι μου τον κατάπιε. Τον εξαφάνισε σας λέω. Και δεν έχω μικρό εργαλείο να είμαστε εξηγημένοι. Ένα παπάρι μέχρι απέναντι και το εξαφάνισε. Κι’ αφού μ’ έφτασε στο απροχώρητο, με παράτησε, ξάπλωσε ανοίγοντας τα πόδια της λέγοντας μου, «Και τώρα η σειρά σου». Το κάναμε απανωτά δύο φορές για να το ‘φχαριστηθούμε. Όποτε όμως έκανα προσπάθεια να την φιλήσω πάντα το απόφευγε με τρόπο. Στο κρεβάτι πάντως άλλαζε το στιλ της. Δεν ήταν πάντα η αυταρχική και απόλυτη γυναίκα που ήθελε να είναι το «αφεντικό». Από κάποιο σημείο και μετά γινόταν θηλυκό εκατό τοις εκατό. Μη σας πω μάλιστα, από κείνα τα θηλυκά, τα λίγο ξεκωλιάρικα. Όταν τελειώσαμε και της έδωσα τσιγάρο, ξανάγινε ο εαυτός της.

– Λοιπόν, ακούω.

Ωχ, τι να ήθελε τώρα;

– Τι θέλεις να σου πω; Πως πέρασα, ή αν σε γουστάρω;

– Και τα δύο.

– Μη με φέρνεις σε δύσκολη θέση σε παρακαλώ.

– Καλά ρε αγόρι μου, αλλά δεν σε είδα να έρχεσαι σε δύσκολη θέση μέχρι τώρα, γι’ αυτό πήρα το θάρρος να σε ρωτήσω.

Σηκώθηκε κι’ άρχισε να ντύνεται σαν να μου έλεγε ότι ο χρόνος μας τέλειωσε. Με κοίταξε που την χάζευα. Είχε απίστευτα πόδια και ένα κώλο σκέτη «κόλαση». Την επόμενη φορά θα έπρεπε να τη γαμήσω κι’ απ’ το κώλο.

– Γιατί με κοιτάς; Τα έχεις λίγο χαμένα έτσι; Αναρωτιέσαι τώρα τι τύπος είμαι και πως μπορώ να είμαι αρραβωνιασμένη με τον αδελφό σου και να το κάνω και μαζί σου. Λοιπόν για να σου λυθούν οι απορίες. Εγώ τον Νίκο τον αγαπάω. Είμαι ερωτευμένη μαζί του. Τον γουστάρω, για το μυαλό του, τις ιδέες του, για το ότι δεν μιλάει πολύ, για το ότι δουλεύει σκληρά και δημιουργικά, για το ότι δεν αργεί ποτέ στα ραντεβού μας, γιατί πιστεύω ότι θα γίνει καταπληκτικός πατέρας για τα παιδιά μας και το κυριότερο δεν μου ζαλίζει τον έρωτα..

Κάθισε στο κρεβάτι και άναψε ακόμα ένα τσιγάρο.

– Πρέπει να το καταλάβετε όλοι οι άντρες αυτό. Αν μας ζαλίζετε τον έρωτα, θα βαρεθούμε. Μπίρι, μπίρι, μπίρι όλη μέρα sorry, αλλά δεν το θέλει ούτε ο παπάς. Που ήσουν Εύα; Στη δουλειά! Μέχρι τώρα στην δουλειά Εύα; Ναι μέχρι τώρα. Έλα να φαμε Εύα. Έχω φαει. Τι έφαγες Εύα; Έφαγα 40 γύρους στους Αγίους Αναργύρους! Έχεις πρόβλημα;

Έσκασα στα γέλια. Καλά ρε, η γυναίκα δεν παίζεται. Τώρα κατάλαβα γιατί το αδελφάκι μου την είχε πατήσει μαζί της και ήθελε να την παντρευτεί.

——————————–

Δύο ώρες μετά από την συνεύρεση τους, η Εύα είχε ραντεβού με τον Νίκο σ’ ένα εστιατόριο στο Κολωνάκι. Όταν έφτασε ο Νίκος ήταν ήδη εκεί και κοίταζε το ρολόι του.

– Μην το κοιτάς. Είναι οκτώ sharp.

– Μπήκα πριν λίγο. Πως είσαι;

– Κουρασμένη είμαι μάτια μου, αλλά μόλις φάμε και πιω ένα εσπρεσσάκι, θα είμαι έτοιμη για τα πάντα.

Έσκυψε, τον φίλησε μεταξύ αυτιού και μάγουλου ψιθυρίζοντας του

– Λέω σήμερα επειδή δεν είμαι για πολλά –πολλά, να σου κάνω μια έκπληξη.

– Για λέγε

– Αν σου πω δεν θα είναι έκπληξη.

– Έλα μωρό μου, πες μου που μ’ έφτιαξες κιόλας μ’ αυτά που μου λες….

– Θα στο πω σε λίγο, μετά το φαγητό.

– Κι’ όταν τέλειωσε το φαγητό, ο Νίκος δεν κρατιόταν. Ήθελε να μάθει την έκπληξη. Εκείνη κοιτάζοντας τον λάγνα, του είπε με φωνή καυλιάρικη.

– Σήμερα έχω διάθεση να σε γνωρίσω για πρώτη φορά στη ζωή μου.

Δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που του είπε ούτε επίσης κατάλαβε τι έκανε με το ένα χέρι της κάτω απ’ το τραπεζομάντιλο.

– Τι κάνεις; Τι εννοείς να με γνωρίσεις πρώτη φορά στη ζωή σου;

Τέλειωσε μ’ αυτό που έκανε κάτω απ’ το τραπέζι.

– Αγόρι μου πες ότι σε έβλεπα πρώτη φορά να τρως εδώ. Ξέρεις τι θα έκανα;

– Τι;

– Κοίτα με.

Σηκώθηκε, βγήκε έξω απ’ το εστιατόριο και μετά από ένα λεπτό ξαναμπήκε. Ο Νίκος την κοίταζε σαν χαμένος. Η Εύα έκανε ότι κάποιον έψαχνε, το βλέμμα της σταμάτησε πάνω του και κατευθύνθηκε προς το μέρος του κρατώντας κάτι στην χούφτα της που του το «έχωσε» στο χέρι και του είπε με βραχνή φωνή.

– Ξέρεις που θα με βρεις.

Την είδε να πηγαίνει προς τις τουαλέτες και μετά κοίταξε τι ήταν αυτό που του είχε βάλει στο χέρι. Έγινε κατακόκκινος και το έκρυψε πολύ βιαστικά μέσ’ την τσέπη του κοιτάζοντας γύρω αν τον είχαν δει. Ήταν το στρινγκ της. Είχε βγάλει το στρινγκ της και του το είχε δώσει στο χέρι. Αφού διαπίστωσε ότι κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι σηκώθηκε με προσοχή μην προσέξουν όλοι ότι ο πούτσος του είχε γίνει τούρμπο.

Χαμογελώντας πονηρά μπήκε στον προθάλαμο των τουαλετών, έβγαλε το στρινγκ απ’ την τσέπη του και το μύρισε. Πήγε προς τις γυναικείες και έκανε να σπρώξει μια πόρτα, όταν το χέρι της Εύας τον τράβηξε με ορμή προς τα μέσα. Τον κόλλησε στο τοίχο και τον ρούφηξε. Έκαναν σεξ στα όρθια με τέτοιο πάθος λες και γνωρίστηκαν πρώτη φορά. Ο Νίκος τα είχε δει όλα.

– Πω, πω τι ήταν αυτό;

– Σ’ άρεσε αγόρι μου;

– Το καλύτερο μου. Αυτό το γαμήσι ήταν ότι έπρεπε.

Τον τράβηξε για να φύγουν

– Βγες πρώτη για να μου πεις, στις γυναικείες είμαστε.

Η Εύα βγήκε απ’ την τουαλέτα και είδε δύο κυρίες να φρεσκάρουν το μακιγιάζ τους στο καθρέφτη, χαιρετήθηκαν μ’ ένα συγκρατημένο χαμόγελο συνοδευμένο από ένα ανεπαίσθητο νεύμα και βγαίνοντας απ’ το χώρο των τουαλετών φώναξε στον Νίκο..

– Έλα, ελεύθερα

Βγήκε ο κακομοίρης και οι δύο κυρίες βλέποντας τον μέσα απ’ τον καθρέφτη έμειναν με τα κραγιόν στα χέρια. Ο Νίκος έγινε παπαρούνα μην ξέροντας πως να το «μαζέψει».

– Το φερμουάρ της χάλασε…μη πάει ο νους σας στο πονηρό. Δηλαδή δεν έγινε και τίποτα, μην νομίζετε αλλά …να όπως και να ‘χει το πράμα…γεια σας, καληνύχτα.

———————

Ήμουν στο δωμάτιο μου, μπροστά στη ντουλάπα προσπαθώντας να αποφασίσω τι να φορέσω. Το ότι ο Νίκος δούλευε σε εταιρία εισαγωγής ρούχων ήταν μεγάλη υπόθεση για μας. Και ευτυχώς που έφερναν και αντρικά. Μας τροφοδοτούσε με πολύ πράγμα κάθε σεζόν, ή τσάμπα, ή σε τιμές εξευτελιστικές. Αν ήξερε ο κόσμος πόσο κόστιζαν αυτά τα ρούχα και πόσο τα πουλούσαν τα μαγαζιά, θα τους λιντσάριζε. Όταν μπήκε ο Νίκος στο δωμάτιο με βρήκε ακόμα αναποφάσιστο μπροστά στην ντουλάπα.

– Για που το ‘βαλες;

– Που το κατάλαβες ότι θα βγω;

– Αλλιώς γιατί κάθεσαι μπροστά στην ντουλάπα; Χαζεύεις τη θέα;

Δίκιο είχε, αλλά εγώ με όλη αυτήν την υπόθεση με την Εύα, είχα γίνει καχύποπτος μέχρι και απέναντι στον αδελφό μου. Δεν τολμούσα πια να τον κοιτάξω στα μάτια.

– Θα πάω σε μια συνάδελφο που νομίζω ότι μου την πέφτει, και δεν γουστάρω καθόλου.

– Και γιατί πας;

– Γιατί της έχω αρνηθεί ένα σκασμό φορές, και σήμερα βρήκα ευκαιρία που θα είναι κι’ άλλοι παρόντες. Μην πάω μόνος μου και μου χιμήξει.

Φυσικά ήταν ψέματα. Όχι ότι δεν είχα μια συνάδελφο που μου την έπεφτε, αλλά ότι θα πήγαινα σπίτι της. Ραντεβού με την Εύα είχα στο ξενοδοχείο. Εκείνη το είχε κανονίσει και με περίμενε λέει για γλέντι τρικούβερτο.

Πήγα, και αυτή τη φορά ήθελε να την υπακούσω σε ότι μου έλεγε χωρίς αντιρρήσεις. Συμφώνησα. Άλλο που δεν ήθελα δηλαδή, μια και αυτή η γυναίκα με καύλωνε όσο καμία άλλη. Μου έδεσε τα μάτια με ένα μαύρο μεταξωτό μαντήλι, με έγδυσε, με ξάπλωσε και μου έδεσε τα χέρια στο κάγκελο του κρεβατιού. Μετά άρχισε να με χαϊδεύει οπουδήποτε αλλού εκτός απ’ τον πούτσο. Με είχε φτάσει στα όρια μου. Κάθισε πάνω μου και μου έλυσε τα μάτια. Της είπα να με λύσει γιατί ήθελα να την πιάσω, αλλά ήθελε λέει να την παρακαλέσω πάρα πολύ. Αφού λοιπόν μ’ έφτασε σε σημείο εξευτελισμού από τα παρακάλια και την καύλα, μ’ έλυσε. Και τότε έγινε το έλα να δεις. Την γάμησα τόσο βίαια που άρχισε εκείνη να με παρακαλάει να σταματήσω. Δεν το έκανα βέβαια. Γιατί οι γυναίκες όταν σου λένε κάτι, πάντα εννοούν το αντίθετο. Τελειώσαμε μέσα σε μια ατμόσφαιρα έκστασης. Μπορεί να πέρασε και κανένα πεντάλεπτο μέχρι να μιλήσουμε. Ήξερα ότι της άρεσαν τα σκηνικά στο σεξ, όπως επίσης και τα πρωτότυπα μέρη. Ήθελε να κάνει σεξ εκεί που δεν έκανε ο υπόλοιπος κόσμος. Η Εύα ήταν μυστήριο «τρένο», αλλά αυτό ήταν και το μυστικό του σεξ απήλ της. Της έδωσα τσιγάρο.

– Για πες μου, ποιο είναι το πιο περίεργο μέρος που έχεις κάνει σεξ;

Χαμογέλασε, πολύ πονηρά και δεν μου απήντησε αμέσως. Το σκέφτηκε αν θα έπρεπε να μου πει. Αποφάσισε όμως να το κάνει.

– Η Βουλή

– Των Ελλήνων;

– Όχι των Λόρδων. Ε, των Ελλήνων βέβαια!

– Έχεις πάει με Έλληνα Βουλευτή;

– Καλά γιατί σε εντυπωσίασε τόσο πολύ; Σιγά τα αβγά.

– Πως έγινε;

– Μια μέρα σε μια παρέα γνώρισα ένα βουλευτή, σχετικά νέο, που κατάλαβα ότι γούσταρε. Μετά εντελώς τυχαία, ένα πρωί εκεί που οδηγούσα στην Βασιλίσσης Σοφίας κάποιος από δίπλα μου άρχισε να κορνάρει. Γυρίζω και βλέπω τον βουλευτή ο οποίος μου έκανε νοήματα να τον ακολουθήσω. Βγάζω φλας αριστερά και τον ακολουθώ. Μπαίνει στο προαύλιο της Βουλής, μπαίνω και ‘γω. Δίνω ταυτότητα, κάτι τους λέει αυτός, παρκάρουμε και να μην στα πολυλογώ έγινε.

– Όχι να μου τα πολυλογήσεις. Που έγινε, πως έγινε, όλα.

– Μα τι κουτσομπόληδες που είσαστε οι άντρες. Δεν μου αρέσει να λεω τέτοια.

– Έλα βρε Εύα μου τώρα, τον φάγαμε τον γάιδαρο και έμεινε η ουρά του, πες μου που έγινε;

– Στις τουαλέτες.

– Της Βουλής; Γουστάρω. Στον Νίκο το έχεις πει;

– Όχι βέβαια. Θα πω στον Νίκο τέτοια πράγματα, είσαι καλά;

– Θα μου πεις ποιος είναι; Σκαω να μάθω.

– Αυτό δεν θα στο πω ποτέ.

Σε ότι κι’ αν τη ρώτησα δεν πήρα απάντηση. Ήταν κάθετη σ’ αυτό το ζήτημα. Ποτέ δεν έλεγε πράγματα για τους εραστές της. Δεν μου είπε καν αν είναι του κυβερνώντος κόμματος ή της αντιπολίτευσης, αν είναι πάνω από πενήντα ή κάτω, αν είχε διατελέσει υπουργός ή αν ήταν παντρεμένος ή ελεύθερος.

– Τουλάχιστον θα μου πεις αν το ξανακάνατε;

– Όχι δεν το ξανακάναμε.

– Γιατί;

– Γιατί όταν έχω σχέση και πάω και με άλλον, δεν θέλω πολλά-πολλά. Και ποτέ πάνω από τρεις φορές ο ίδιος άντρας.

– Γιατί αυτό;

– Έτσι, το ‘χω σαν αρχή. Όχι πάνω από τρεις φορές.

– Δηλαδή αν πας με κάποιον πάνω από τρεις φορές σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει, κάτι που σ΄ αρέσει και φοβάσαι μη φας κόλλημα;

– Κάπως έτσι.

————–

Μια από τις επόμενες ημέρες που πίναμε καφεδάκι με τον Νίκο και λέγαμε πουτσοχάμπερα, παρακολούθησε και μια τηλεφωνική μου συνομιλία με την συνάδελφο που με φλέρταρε και εγώ το έπαιζα Κινέζος.

– Γιατί ρε μαλάκα μιλάς έτσι στην κοπέλα; Τόσο χάλια είναι;

– Όχι μωρέ, αλλά…άσε καλύτερα.

– Γιατί λέγε. Θέλω να ξέρω.

– Μα να μπλεχτώ με δημόσιο υπάλληλο;

– Και συ δημόσιος υπάλληλος είσαι ρε μαλάκα. Η γκόμενα πως είναι;

– Απ’ αυτήν την άποψη καλή είναι, λίγο βλάχα αλλά μη σου πω και λίγο σέξι. Είναι και σε μια ομάδα κολύμβησης και έχει φτιάξει μια χαρά κορμί.

– Δεν μου ακούγεται καθόλου κακή. Πως την λένε, πόσο χρόνων πες τα όλα.

– Πρέπει να ‘ναι σαν και μένα, την λένε Πωλίνα και είναι ιχθύς.

– Και σου την πέφτει κανονικά; Τι σου λεει;

– Όλο υπονοούμενα μωρέ, και να βγούμε, και να πάμε από δω, και να πάμε από κει….αλλά ιχθύς τώρα καταλαβαίνεις.

Δεν καταλάβαινε όμως από αστρολογικά. Του εξήγησα ότι τα ψαράκια είναι λίγο τρελούτσικα και κάπως «διεστραμμένα». Ιδιαίτερα στο σεξ γούσταραν περίεργα πράγματα.

– Μμμμ τα καλά τα δικά μου

– Δηλαδή;

– Η Εύα, όλο σε περίεργα μέρη θέλει να κάνουμε σεξ. Τι θα πει κρεβάτι δεν ξέρω. Έχω αρχίσει να βαριέμαι.

– Έλα! Δηλαδή το πιο περίεργο μέρος που έχετε κάνει σεξ ποιο ήταν;

– Είχαμε πάει να δούμε μια φίλη μας που είχε γεννήσει και το κάναμε εκεί στο νοσοκομείο, στο δωμάτιό της.

Φρίκαρα. Μα ήταν τόσο ξεδιάντροπη;

– Μπροστά στη λεχώνα, με το νεογέννητο;

– Όχι ρε μαλάκα. Την πήραν για κάτι εξετάσεις και όταν μείναμε μόνοι μας το κάναμε.

– Και δεν φοβηθήκατε μην ανοίξει η πόρτα και μπει καμιά νοσοκόμα, κανείς επισκέπτης;

– Ε, μα εκεί είναι το όλο θέμα. Να το κάνεις με λίγο φόβο, λίγη αγωνία…να έχει σασπένς το όλο σκηνικό.

Στην παρέα προστέθηκε και ο μικρός που ήταν πάλι έξω με άδεια. Τι σόι στρατό κάνει δεν έχω καταλάβει.

– Τι λέγατε;

– Για περίεργα σκηνικά στην ερωτική πράξη.

– Γουστάρω, τρελαίνομαι για τέτοια. Σ’ ένα επεισόδιο του Sex and the city ήταν ένας τυπάς που του άρεσε να το κάνει με την Μιράντα σε δημόσιους χώρους, και την είχα καταβρεί. Νομίζω ότι θα μου άρεσε να βρω μια γκόμενα που να γουστάρει να το κάνουμε σε γραφεία, σε ασανσέρ, σε εστιατόρια, σε τουαλέτες, σε νοσοκομεία, σε εκκλησίες, σε τράπεζες….

– Να τα μας….

– Ο Νίκος γέλαγε του σκασμού.

– Να του γνωρίσουμε την Εύα.

Εγώ δεν κρατήθηκα και δεν ξέρω αν μου ξέφυγε ή το έκανα επίτηδες.

– Μήπως θα ήθελες να το κάνεις και στην Βουλή;

– Ποια Βουλή, των Ελλήνων;

– Όχι των Λόρδων! Μην σου αστράψω καμία σκατό, ε σκατό!

– Ποια είναι η Εύα, η δικιά σου; Της αρέσουν και εκείνης τα περίεργα σκηνικά στο σεξ; Πω ρε γαμώ τις φάσεις. Πότε θα την γνωρίσω, όλο από φωτογραφίες μου την δείχνεις.

Με την πολυλογία του μικρού μ’ έπιασε το κεφάλι μου. Κι’ από ότι είδα όχι μόνο εμένα αλλά και τον Νίκο που ήθελε να τον ξαποστείλει.

– Τι με ήθελες;

– Τι σε ήθελα;

– Δεν ήρθες στο δωμάτιο μου; Κάτι θα με ήθελες.

– Α ναι. Έχω να βγω απόψε και έλεγα μη τυχόν έχεις να μου δανείσεις τίποτα της προκοπής.

– Την προηγούμενη εβδομάδα σου έφερα τρία παντελόνια, δύο πουκάμισα και τρία μπλουζάκια. Τι τα έκανες;

– Να ‘ταν κι’ άλλα! Τα ‘κάψα.

– Τα έκαψες; Πως;

– Μη φρικάρεις παιδάκι μου, έκφραση είναι που θα πει Τα φόρεσα

Ο Νίκος για να τον ξεφορτωθεί του έκανε νόημα να ψάξει στην ντουλάπα ενώ συγχρόνως άρχισε να χτυπάει το κινητό του.

– Γεια σου Μαίρη, μια χαρά, όχι με τ’ αδέλφια μου είμαι και τα λέμε…ναι ο.κ θα σε πάρω μετά. Γεια.

– Ποια ήταν και χαμογελάς σαν χάνος;

– Η διευθύντρια της εταιρίας.

– Και τι σε ήθελε;

– Νομίζω ότι βρίσκει τις πιο ηλίθιες προφάσεις μόνο και μόνο για να μου τηλεφωνεί.

– Δεν το ξέρει ότι είσαι λογοδοσμένος;

– Το ψιλό ξέρει, αλλά δεν της καίγεται καρφί.

– Α πουλάκι μου έχεις και την διευθύντρια για καβάτζα; Για λέγε πόσο χρονών, τι ζώδιο, όλα.

– Είναι Λέων,

– Προβληματικιά!

– Πολύ νόστιμη,

– Όπως όλα τα λεοντάρια…

– Πρέπει να είναι τριάντα ένα, τριάντα δύο και χωρισμένη ήδη μία φορά.

Ο μικρός ψάχνοντας την ντουλάπα χωρίς να γυρίσει πετάχτηκε.

– Ε, αν είχε χωρίσει δύο θα ήταν ύποπτο.

– Σκατό μπορείς να μην ανακατεύεσαι;

——————-

Ο καιρός περνούσε, ο Νίκος και η Εύα ετοιμάζονταν να κάνουν και επίσημους αρραβώνες, για να μην χαλάσουν το χατίρι των γονιών. Το ήθελε και η μάνα της Εύας που της είχε τρομερή αδυναμία, αλλά και οι δικοί μας. Ένα απόγευμα που είχα τρομερές καύλες της έστειλα ένα μήνυμα να βρεθούμε, αλλά δεν μου απάντησε. Δεν έδωσα πολύ σημασία εκείνη την στιγμή, γιατί να σας πω την αλήθεια την έπαιξα και μου πέρασε. Την επομένη όμως την πήρα να δω αν είχε πάρει το μήνυμα μου. Παρ’ όλο που το τηλέφωνο χτύπαγε κανονικά δεν το σήκωσε. Είπα μέσα μου, άσε θα δει τα μηνύματα και τις κλείσεις μου και θα με πάρει. Τίποτα. Την πήρα από το σταθερό, στο σταθερό της δουλειάς της αλλά δεν μου την δίνανε. Όλο σε σύσκεψη ήτανε λέει. Αποφάσισα λοιπόν να πάω να την βρω και να εξηγηθούμε, γιατί το να με αγνοούν ήταν το χειρότερο μου. Όταν με είδε μπροστά της, μέσα σε τόνους σκόνη από γύψο και σε εργάτες που δούλευαν τα έχασε.

– Καλημέρα Εύα.

– Τι θέλεις εδώ;

– Εδώ θέλεις να τα πούμε ή να πάμε κάπου πιο πριβέ;

Με πήγε στο γραφείο της, που ήταν πιο απόμερα.

– Σ’ ακούω

– Γιατί δεν απαντάς στις κλήσεις μου;

– Γιατί έχω πολύ δουλειά.

– Και στα μηνύματά μου;

Με κοίταξε μ’ ένα ύφος σαν να ήμουν ηλίθιος.

– Για τον ίδιο λόγο;

– Εγώ ξέρεις τι πιστεύω ρε Εύα; Ότι επειδή το κάναμε τρεις φορές, δεν θέλεις άλλο και με αποφεύγεις.

Με κοίταζε χωρίς να μιλάει.

– Δεν απαντάς; Άρα έχω δίκιο. Πες μου ρε κύριε δεν θέλω να ξαναβρεθούμε γιατί το έχω σαν αρχή, απ’ την στιγμή που έχω μια σταθερή σχέση τις περιστασιακές να μην τις βλέπω πάνω από τρεις φορές. Θα το καταλάβω, θα σου βγάλω το καπέλο και δεν θα σε ξαναενοχλήσω. Μου το είχες πει άλλωστε και σε ανύποπτο χρόνο, ότι το έχεις σαν αρχή σου. Έκανα μια μικρή παύση μη τυχόν και ήθελε κάτι να πει αλλά τίποτα. Μούγκα.

– Δεν μιλάς;

– Τι να πω ρε Αλέκο; Τα είπες όλα. Τα ρώτησες, τα απάντησες…το μόνο που μου μένει λοιπόν, είναι να περιμένω να δω που θα καταλήξεις.

– Έχεις δίκιο. Λοιπόν, γεια σου Εύα και σε ευχαριστώ για αυτές τις τρεις φορές που βρεθήκαμε.

Έκανα να φύγω, αλλά όταν έφτασα στην πόρτα γύρισα και την κοίταξα.

– Να σου πω, δεν φοβάσαι μη τυχόν και τα πω όλα στον Νίκο;

– Όχι

– Μπα, γιατί αυτή η σιγουριά;

– Γιατί θα εκθέσεις κατ’ αρχήν τον εαυτό σου, θα φέρεις όλη την οικογένεια σε τρομερή αμηχανία για το πως θα σου συμπεριφέρονται από δω και πέρα και γιατί θα χάσεις μια για πάντα τον αδελφό σου που δεν θα σου ξαναμιλήσει ποτέ. Επίσης αν θέλω μπορώ να σε βγάλω τρελό και ότι όλα όσα ισχυρίζεσαι είναι απόρροια της αρρωστημένης σου φαντασίας. Συν ότι είσαι άντρας και οι άντρες δεν κάνουν τέτοια πράγματα. Εκτός αν είσαι κρυφή αδελφή. Και επειδή δεν ήμουν κρυφή αδελφή, έσκυψα το κεφάλι και έφυγα με κατεβασμένους ώμους.

—————-

Για μια ακόμη φορά, όλη η οικογένεια ήμασταν επί ποδός περιμένοντας να έρθει η Κυριακή για να γίνουν οι επίσημοι αρραβώνες του Νίκου και της Εύας. Ήμουν στο δωμάτιο μου και έκοβα τα νύχια των ποδιών μου όταν χτύπησε η πόρτα και μπήκε ο Αχιλλέας, μ’ ένα ντύσιμο που μ’ άφησε άφωνο. Πως λέμε για μια γκόμενα «ξέκωλο», ε το αντίστοιχο σε αρσενικό. Φορούσε ένα πολύ στενό τζιν σαν κολάν κι’ ένα μπλουζάκι αμάνικο με ασημένια κεντήματα, και με όλη την κοιλιά έξω.

– Αυτό το look πως σου φαίνεται;

– Ούτε σε τσόντα θα παίξεις, ούτε για clubbing θα πας, οπότε άκυρο. Συν ότι είναι και λιγάκι λαϊκό.

– Ναι αλλά φαίνεται το κορμί μου, τα μπράτσα μου, οι κοιλιακοί μου….

– Ρε μαλάκα είσαι σαν πορνοσταρ, σαν καμάκι βήτα διαλογής, το καταλαβαίνεις;

– Ε, δεν ξέρω τι να βάλω. Όλα μου τα ρούχα κάπως έτσι είναι.

– Δεν έχεις δηλαδή ένα κανονικό παντελόνι κι’ ένα πουκάμισο;

– Ναι σιγά μην έχω και κανένα ράσο.

Ήρθε και ο Νίκος στο δωμάτιο μου να του βάλω τα μανικετόκουμπα, είδε τον μικρό με το look που σας περιέγραψα και ενθουσιάστηκε.

– Α, τι ωραία είναι αυτά που φοράς!

Ο μικρός με κοίταξε υποτιμητικά.

– Ορίστε! Που εσύ αμέσως να φέρεις την καταστροφή.

– Πες του ότι θέλεις να το βάλεις απόψε που θα γνωρίσεις την Εύα και την μάνα της.

Του Νίκου του σηκώθηκαν οι τρίχες.

– Α, όχι. Είναι ωραίο για clubbing ή για να ξεσηκώσεις θύελλα σε γυναικοπαρέα αλλά όχι για τους αρραβώνες μου.

Έφυγε μέσ’ την τσαντίλα. Κάτω στο σαλόνι η μάνα μου γκρίνιαζε απ’ το πρωί στον πατέρα μου αλλά κι’ εκείνος το ίδιο. Όταν κατέβηκα του διόρθωνε την γραβάτα.

– Ασ’ την γραβάτα. Με τα παπούτσια τι θα κάνω που γλιστράνε; Γιατί σ’ ακούω και πάω και ψωνίζω άχρηστα πράγματα.

– Είχες να πάρεις παπούτσια από το χίλια εννιακόσια ογδόντα ένα που βγήκε ο Παπαντρέου πρωθυπουργός. Τον γιο σου αρραβωνιάζεις με τα παλιοπάπουτσα θα τον αρραβωνιάσεις;

Την ώρα που κατέβαιναν και ο Νίκος με τον Αχιλλέα χτύπησε και το κουδούνι. Η Εύα στις μεγάλες της ομορφιές μαζί με την μητέρα της μπήκαν χαρούμενες και έγιναν οι συστάσεις. Ο μικρός πάλι έλειπε. Ήταν στο διπλανό χώρο μπροστά στο στερεοφωνικό ψάχνοντας να βάλει μουσική.

– Αχιλλέα έλα να γνωρίσεις την Εύα επί τέλους…

Καλύτερα να μην την έβλεπα αυτή τη σκηνή, γιατί δεν μου άρεσε καθόλου. Δεν είχα καλό προαίσθημα. Μου ερχόταν δε συνέχεια στο μυαλό σε slow motion. Ο Αχιλλέας γύρισε να δει την Εύα και έμεινε στήλη άλατος. Η Εύα επίσης. Ήταν σαν να τους διαπέρασε ηλεκτρισμός. Της έδωσε χειραψία πολύ αμήχανος. Ο Νίκος που δεν είχε πάρει πρέφα τίποτα τους έβαλε χέρι.

– Καλά, με χειραψία θα την βγάλετε; Δεν θα φιληθείτε; Ρε δεν θα φιλήσεις την μέλλουσα γυναίκα μου; Συγγενείς θα γίνετε.

Μετά απ’ αυτό το περιστατικό που μάλλον μόνο εγώ το είχα καταλάβει, τα πράγματα ευτυχώς κύλησαν ομαλά. Δεν παρατήρησα κάτι το ιδιαίτερο, αλλά για να σας πω και του στραβού το δίκιο, μου είχε πιάσει την πάρλα η μαμά της Εύας που κόντεψε να μου το βγάλει ξινό. Ο πατέρας μου βιαζόταν.

– Και πότε με το καλό ο γάμος Εύα μου;

Η μητέρα της μόλις το άκουσε με παράτησε και μπήκε στην κουβέντα.

– Ε, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Να βάλουν μπρος και για τον εγγονό…τώρα που αντέχουμε ακόμα έτσι δεν είναι συμπέθερε;

– Γεια στο στόμα σου συμπεθέρα.

Η Εύα σαν να είχε κοκκινίσει λιγάκι.

– Θα δούμε, έχουμε καιρό για το γάμο.

– Δεν έχει να δούμε και τέτοια. Τώρα θα μας πείτε πότε θα γίνουν οι γάμοι.

Η Εύα κοίταξε τον Νίκο σαν να του έστελνε σήμα κινδύνου.

– Νίκο, δεν μιλάς;

– Τι να πω αγάπη μου, όποτε θέλεις…

– Εγώ όποτε θέλω; Ωραία, τι θα έλεγες για Σάββατο 17 Ιουλίου;

– Τέλεια.

– Το κλείσαμε. Σίγουρα 17 Ιουλίου είναι Σάββατο;

– Σίγουρα. Το ‘χω τσεκάρει.

Σιγά-σιγά το κέφι άναψε, ήρθαν και κάποιοι πολύ στενοί φίλοι για να ευχηθούν στο ζευγάρι, η πεθερά έδωσε στον Νίκο ένα πολύ ωραίο ρολόι αντίκα, απ’ αυτά που τα πετάς σ’ ένα συρτάρι και δεν τα φοράς ποτέ, του μακαρίτη του άντρα της λέει ήταν. Οι δικοί μου είχαν πάρει για την Εύα ένα ζευγάρι σκουλαρίκια κι’ ένα βραχιόλι.

Ανάμεσα στους φίλους που είχαμε καλέσει είπα και στην Πωλίνα να έρθει και η οποία είχε πετάξει την σκούφια της γιατί σου λέει για να με καλεί αυτός σε μια τόσο οικογενειακή γιορτή, άρα με βλέπει σοβαρά. Παρέλειψα βέβαια να σας πω ότι η Πωλίνα στο θέμα του σεξ ήταν άπαιχτη. Μια μέρα που ήμουν στις καλές μου είπα να ενδώσω, και με καθήλωσε. Μέσα στον κόσμο και την οχλαγωγία έψαξα με το βλέμμα μου να βρω την Εύα να δω αν με είχε δει στην αγκαλιά της Πωλίνας, δεν την είδα όμως πουθενά. Ο Νίκος είχε πιει τα άντερα του και χασκογελούσε με κάτι φίλους του στο καναπέ και η Εύα εξαφανισμένη. Και εν τάξει δεν θα μου έκανε εντύπωση αλλά η ώρα περνούσε κι’ αυτή δεν εμφανιζόταν. Συνειδητοποίησα μάλιστα ότι ούτε ο Αχιλλέας ήταν κάπου τριγύρω. Σηκώθηκα κι’ άρχισα να ψάχνω ξεκινώντας απ’ τη κουζίνα όπου ήταν οι δύο συμπεθέρες που τα έλεγαν του καλού καιρού. Το wc του ισογείου ήταν άδειο. Άρχισα ν’ ανεβαίνω λοιπόν προς τα πάνω όταν έκανε την εμφάνιση του ο αδελφούλης μου, ξεμαλλιασμένος και πασαλειμμένος με υπολείμματα κραγιόν. Τα έχασε που με είδε να τον κοιτάζω εξεταστικά.

– Ήθελα επειγόντως τουαλέτα και η κάτω ήταν κατειλημμένη.

Με προσπέρασε κι’ έφυγε βιαστικά. Εγώ συνέχισα και ήξερα πια ακριβώς που έπρεπε να πάω. Στο δωμάτιο του. Και εκεί μπροστά στον καθρέφτη ήταν η Εύα που προσπαθούσε να σενιαριστεί. Με είδε λες και αντίκρισε φάντασμα.

– Ποιος σου έφαγε το κραγιόν κούκλα μου;

– Κανείς, μου έφυγε από το φαγητό.

– Και το μαλλί σου γιατί είναι έτσι; Σε ξεμάλλιασε το κατσικάκι στο φούρνο με τις πατάτες;

Συνεχίσαμε να κοιταζόμαστε μέσα απ’ τον καθρέφτη, κούνησα περιφρονητικά το κεφάλι μου κι’ έφυγα. Τα είχα κατάλαβα όλα. Και δεν ήξερα τι να κάνω. Να κατέβω κάτω και να τα τινάξω όλα στον αέρα ή να το παίξω ανήξερος; Έχε χάρη που είχα και εγώ την φωλιά μου λερωμένη και προτίμησα να μην πω τίποτα σε κανένα. Πολύ προσεκτικά από εκείνη την ημέρα άρχισα να παρακολουθώ τον Αχιλλέα, ο οποίος όπως πολύ σωστά καταλάβατε γαμούσε την Εύα σχεδόν καθημερινά. Εκείνη καταπάτησε τις αρχές της και τον συνάντησε πάνω από τρεις φορές. Επί ένα εξάμηνο συγκεκριμένα. Ένα εξάμηνο μέσα στο οποίο ο Αχιλλέας απολύθηκε απ’ το στρατό και η Εύα γαμιόταν μαζί του χωρίς να την νοιάζει καθόλου το ηθικό κομμάτι της υπόθεσης. Δεν την ένοιαζε ήθελα να ήξερα που ήταν αρραβωνιασμένη μ’ ένα άντρα και συγχρόνως γαμιότανε και με τα δύο αδέλφια του;

Μια περίοδο που ο Νίκος έλειπε σε ταξίδια για την εταιρία επισκεπτόμενος τις εβδομάδες μόδας στο Μιλάνο, το Παρίσι και το Λονδίνο τα πουλάκια μου είχαν νοικιάσει δωμάτιο σε ξενοδοχείο και συζούσαν κανονικά. Και σας τα λέω αυτά με πάσα σιγουριά γιατί τους παρακολουθούσα κανονικά. Όταν την είδα να μπαίνει στο ξενοδοχείο, λάδωσα το παιδί που μετέφερε τις αποσκευές, τον Ηλία, να μου δίνει πλήρη αναφορά. Ο Ηλίας ήταν ένα πολύ καλό και τίμιο παλικάρι απ’ τα Γιάννενα που του έδινα ένα χαρτζιλικάκι και μου τα «κάρφωνε» όλα. Η Εύα είχε «σπιτώσει», αν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή την έκφραση μια και βρισκόμασταν σε ξενοδοχείο, τον μικρό μας αδελφό και έβγαζαν τα μάτια τους επί καθημερινής βάσεως. Εν ολίγοις η Εύα μας ήταν η επίσημη σχέση του μεγάλου μου αδελφού και η ανεπίσημη του μικρού.

Μέχρι που έσκασε η βόμβα. Βόμβα σε μορφή γράμματος. Μία ωραία πρωία εγώ, ο μπαμπάς και η μαμά λάβαμε από ένα γράμμα, ενώ ο Νίκος έλαβε δύο. Τα δικά μας γράμματα ήταν από τον Αχιλλέα. Του Νίκου ήταν το ένα από τον Αχιλλέα και το άλλο από την Εύα. Του έγραφε ότι ήταν συντετριμμένη, ότι ήταν κάτι πέραν από τις δυνάμεις της, ότι ήθελε να την συγχωρέσει γιατί έπρεπε να διαλύσει τους αρραβώνες τους. Του ανακοίνωνε δε ότι έφυγε για την Αμερική με τον Αχιλλέα, απ’ τον οποίο ήταν έγκυος. Το σοκ ήταν μεγάλο και για τις δύο οικογένειες, αλλά νομίζω ότι όλοι μας το φέραμε περισσότερο βαρέως απ’ ότι ο ίδιος ο Νίκος.

Μετά απ’ αυτό τους χάσαμε. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Μετά από εννέα περίπου μήνες όμως ο Αχιλλέας μας έστειλε επί τέλους γράμμα και μας ενημέρωσε ότι η Εύα γέννησε το πρώτο τους παιδί, που ήταν αγόρι και του έδωσε το όνομα του πατέρα μας. Αμέσως, ο πατέρας μας από εκεί που ήταν έτοιμος να τον σφάξει τον ξαναγάπησε αστραπιαία. Μας έγραφε επίσης ότι μαζί με την Εύα είχαν ανοίξει ένα μαγαζί με γύψινα που πήγαινε πολύ καλά και πολύ γρήγορα είχαν κάνει άλλα δύο. Σκόπευαν δε να κάνουν μεγάλη αλυσίδα γύψινων στην Αμερική. Θα γινόταν λέει ο βασιλιάς του γύψου! Στο τέλος του γράμματος μας έλεγε ότι η Εύα ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί και ότι το σπίτι τους ήταν τόσο μεγάλο που αν θέλαμε να πάμε δεν υπήρχε πρόβλημα. Χωράγαμε όλοι. Ειδικά εμένα και τον Νίκο μας περίμεναν οπωσδήποτε. Το ήθελε πολύ λέει και η Εύα. Ο Νίκος γύρισε και με κοίταξε μ’ ένα ύφος παράξενο, που στην αρχή τα χρειάστηκα. Νόμιζα ότι κάτι ήξερε και για μένα, αλλά όχι… ευτυχώς.

Μας φαντάστηκα στην Αμερική, τους τρεις μας στο ίδιο σπίτι με την Εύα και μ’ έπιασαν τα γέλια. Τρία αδέλφια, που και τα τρία είχαν πηδήξει την ίδια γυναίκα. Ευτυχώς γέλασε και ο Νίκος για εντελώς άλλους λόγους φαντάζομαι. Α, ξέχασα να σας πω ότι ο Νίκος τον άλλο μήνα παντρεύεται με την Μαίρη, την διευθύντρια του στην εταιρία που δουλεύει και μετά έχω σειρά εγώ που τελικά ταιριάξαμε με τον Πωλίνα μια χαρά.

Και στα δικά σας.

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here