Το άλλο μου μισό

Διήγημα του Νίκου Μουρατίδη {από την συλλογή διηγημάτων ΕΓΩ ΗΜΟΥΝ ΑΝΤΡΑΚΙ- εκδόσεις Τετράγωνο]

0
291

Διήγημα του Νίκου Μουρατίδη

[από την συλλογή διηγημάτων ΕΓΩ ΗΜΟΥΝ ΑΝΤΡΑΚΙ- εκδόσεις Τετράγωνο]

——————————-

Χάρηκα πάρα πολύ που τα ξαναβρήκαν ο αδελφός μου με την Καίτη γιατί την συμπαθούσα πολύ αυτή τη κοπέλα. Ο μαλάκας κόντεψε να τινάξει μια σχέση για μερικά πηδήματα με την καινούργια μας νοικάρισσα. Εγώ δεν την είχα δει αλλά μου έλεγε ότι ήταν σκέτο δηλητήριο.

Εγώ λοιπόν είμαι ο Τηλέμαχος, είμαι εικοσιπέντε χρόνων και τελειώνω την φιλοσοφική στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Χωρίς να το ξέρει κανείς, παρακολουθώ και μαθήματα μουσικής σύνθεσης και ενορχήστρωσης σε ιδιωτικό ωδείο, που το πληρώνω κάνοντας ότι δουλειά βρεθεί μπροστά μου. Αρκετά έχω επιβαρύνει τους γέρους μου και τον αδελφό μου, που όπου να ‘ναι θα παντρευτεί και έχει τα δικά του έξοδα. Πιστεύω ότι έχω μεγάλο ταλέντο στην σύνθεση και θα τα καταφέρω. Κάθομαι να γράψω μουσική και οι μελωδίες ξεπηδούν από μέσα μου. Το ζήτημα είναι να καταφέρω να δώσω τη μουσική μου σε κάποιον καλλιτέχνη ή σε εταιρία δίσκων για να γίνει μια αρχή. Ήμουν τόσο πνιγμένος με τα μαθήματα του πανεπιστημίου και του ωδείου, έτυχε να με πάρουν και τσεκαδόρο σ’ ένα μπαρ με σαρανταπέντε ευρώ τη βραδιά και δεν μπόρεσα να κατέβω στους αρραβώνες τους αλλά και οι δύο έδειξαν κατανόηση. Όπως μου είπαν και στο τηλέφωνο: «πάνω απ’ όλα το διάβασμα και το πανεπιστήμιο».

Πριν δύο μήνες εντελώς τυχαία, από φίλο ενός συμφοιτητή μου γνώρισα την Μαριλίτα, μια κοπέλα απ’ την Αθήνα δεκαεννέα χρόνων, πρωτοετή στο πανεπιστήμιο, απ’ αυτές που δεν έχουν αποφασίσει ακόμα τι είναι, τι θέλουν και σε ποιο θεό πιστεύουν. Απ’ τη μια θέλει να είναι μοντέρνα με τάσεις emo και φαν της Amy Winehouse, κι’ απ’ την άλλη κάνει σαν κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο. Της αρέσει λέει η Gothic αισθητική – ανάθεμα κι’ αν ξέρει τι εννοεί, αλλά λατρεύει και κάποιες λαϊκοποπ σταρ, να μη λέμε ονόματα.

Απ’ την πρώτη φορά έδειξε να ενδιαφέρεται για μένα, αλλά εγώ δυστυχώς για εκείνη έχω τελείως διαφορετικά γούστα. Κατ’ αρχήν εμένα μ’ αρέσουν οι μεγαλύτερες γυναίκες. Εν τάξει, δεν λέω ότι δεν έχω πάει με μικρές ή με συνομήλικες μου, αλλά το ιδανικό μου είναι οι γυναίκες με πείρα και παρελθόν. Με τις περισσότερες απ’ αυτές κατ’ αρχήν έχω να πω και να μάθω πολλά πράγματα. Δεύτερον ξέρουν τι ζητάνε και τι θέλουν και στο θέμα του σεξ, είναι αξεπέραστες. Η Μαριλίτα επιδίωξε να με ξανασυναντήσει, και πάνω στην κουβέντα μου είπε ποιανού κόρη ήταν. Έμεινα να την κοιτάω σαν μαλάκας. Ο πατέρας της, για να μην λέμε ονόματα πάλι, ήταν ένας από τους πιο γνωστούς τραγουδιστές, συνθέτες και παραγωγούς. Μορφή στα μουσικά πράγματα και πραγματική φυσιογνωμία. Εν τάξη τώρα είναι πενηντάρης πια, αλλά ακόμα «μετράει» και ακόμα καθορίζει κάποιες καταστάσεις. Ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά μου λοιπόν η ευκαιρία που ζητούσα. Να ακούσει τη μουσική μου ένας καταξιωμένος μουσικός που αν του άρεσε θα μπορούσε να μου ανοίξει δεκάδες πόρτες. Συμφεροντολογικά λοιπόν, άρχισα να βλέπω την Μαριλίτα και τώρα υποτίθεται ότι… τα έχουμε. Φυσικά και έχουμε κάνει έρωτα, φυσικά και πλήττω του κερατά παρέα της, και φυσικά στο σεξ δεν λέει τίποτα. Για να φανταστείτε κάνουμε έρωτα, χτυπάει το κινητό της, το σηκώνει και μιλάει με φίλες της. Εμένα μου πέφτει, σταματάω αλλά εκείνη χαμπάρι. Εξακολουθεί να μιλάει στο κινητό και να λένε μπούρδες. Εν πάση περιπτώσει, μέχρι να με γνωρίσει στον πατέρα της, η Μαριλίτα θα είναι ένα αναγκαίο κακό στην ζωή μου.

Σήμερα πήγα να την συναντήσω στο στέκι μας, ένα πολύ συμπαθητικό καφέ και όπως πάντα μιλούσε στο τηλέφωνο.

  • Ναι, φυσικά και θα έρθω για τα γενέθλια σου. Πόσο γίνεσαι; Ξέρω ‘γω…σαραντακάτι; Ο.Κ χωρίς το κάτι. Σαράντα ακριβώς.

Ευτυχώς πήρε είδηση ότι κάθισα δίπλα της και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι.

  • Ναι σ’ αφήνω τώρα γιατί με φωνάζει η παρέα μου.

Και το έκλεισε, έτσι ξαφνικά και απότομα.

  • Ποιος ήταν και του το έκλεισες έτσι απότομα;

Χωρίς να μιλήσει μου έδειξε το μάγουλο της, ότι δηλαδή ήθελε κι’ εκείνη φιλάκι. Έκανε δε σαν μωρό.

  • Έλα σοβαρέψου σε παρακαλώ

Επέμενε, οπότε της έδωσα κι’ εγώ ένα φιλάκι βιαστικό και…ενοχικό. Αν με έβλεπαν φίλοι μου να συμπεριφέρομαι έτσι θα έτρωγα το κράξιμο της ζωής μου.

  • Η μάνα μου ήταν.
  • Και τι σου έλεγε;
  • Να κατέβω Αθήνα που θα κάνει μεγάλο πάρτι για τα γενέθλια των σαράντα χρόνων της.
  • Τόσο μικρή μάνα έχεις;
  • Ε, αφού με γέννησε όταν ήταν 21 χρόνων…..

Το βλέμμα της χάθηκε στο διάστημα, σταμάτησε να μιλάει και μετά με κοίταξε γεμάτη απορία.

  • Σαράντα είναι μικρή;

Της εξήγησα ότι η αγαπημένη της Ελληνίδα τραγουδίστρια ήταν κοντά εξηντάρα, οπότε ναι, σαράντα είναι μικρή. Για τα δικά μου γούστα δε, μια χαρά. Υπάρχουν σαραντάρες που έκοβα φλέβες. Της έκανα έπ’ ευκαιρία κι’ ένα κήρυγμα για το θέμα των ηλικιών, και ότι σημασία δεν έχει πόσο χρόνων είσαι, αλλά πόσο μπορείς να παρακολουθείς τις εξελίξεις και να συμβαδίζεις μαζί τους. Πόση ενέργεια έχεις και πάθος.

  • Ναι δίκιο έχεις, τελικά δεν παίζει ρόλο η ηλικία… Φυσικά θα έρθεις και συ στο πάρτι, εννοείται, γιατί θέλουν να σε γνωρίσουν και όλες οι φίλες μου στην Αθήνα, αλλά ρε γαμώτο δεν πρέπει να πούμε στη μάνα μου ότι είσαι μουσικός.
  • Γιατί, ντροπή είναι;
  • Όχι αλλά έχω τους λόγους μου. Πρέπει να σκεφτούμε να της πούμε ψέματα.
  • Δεν μου αρέσει να λέω ψέματα και γενικώς να κάνω ανοησίες που κάνουν τα παιδάκια της ηλικίας σου. Έχει πρόβλημα με τους μουσικούς;
  • Μεγάλο. Τους μισεί.
  • Τι λες μωρέ; Ότι θέλεις λες; Μισεί τους μουσικούς και τότε πως παντρεύτηκε τον πατέρα σου;
  • Γι’ αυτό τους μισεί. Γιατί μόλις ο πατέρας μου έγινε φίρμα την χώρισε. Την παράτησε. Έτσι και μάθει ότι τα έχω φτιάξει με μουσικό κατ’ αρχήν θα με κατεβάσει από την Θεσσαλονίκη και δεύτερον θα με στείλει για σπουδές στην… Αλάσκα.

Αυτό ήταν λοιπόν το μυστικό. Τον παντρεύτηκε όταν ήταν πολύ μικρή κι’ αυτός ακόμα άσημος. Του συμπαραστάθηκε, τον στήριξε, πέρασε όλο το λούκι κι’ όταν έγινε φίρμα την χώρισε, με τον χειρότερο τρόπο. Λεπτομέρειες δεν έμαθα, γιατί μάλλον δεν τις ήξερε ούτε η Μαριλίτα. Σηκώθηκε και άρχισε να με τραβάει να φύγουμε.

  • Που θέλεις να πάμε πάλι;
  • Δεν είπαμε να πάμε σινεμά;
  • Δεν θα είμαστε με τα καλά μας. Σε αμερικανικές μπούρδες δράσης που θέλεις να με σέρνεις εγώ δεν πάω.

Πάλι με κοίταζε με εκείνο το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας, που μου σπάει τα νεύρα.

  • Κάτσε λίγο κοριτσάκι μου να μιλήσουμε τώρα, και μετά βλέπουμε…

Κάθισε το κακομαθημένο, ευτυχώς χωρίς να γκρινιάξει.

  • Και δηλαδή εγώ δεν θα γνωρίσω ποτέ τους δικούς σου;
  • Το θέμα είναι η μάνα μου, που της έχω μιλήσει για σένα και περιμένει πως και πως να σε γνωρίσει.
  • Εγώ θέλω να τους γνωρίσω και τους δύο, αλλά κυρίως τον πατέρα σου που θέλω να τον βάλω ν’ ακούσει και τα τραγούδια μου.
  • Ξέρεις πόσοι του στέλνουν τραγούδια; Έχει στοίβες τα cd. Στο λέω να το ξέρεις τους βαριέται όλους αυτούς που τον πλησιάζουν για να του δώσουν τραγούδια.

Ωραία. Κι’ εγώ τι κάνω εδώ; Το βλέμμα μου, ήμουν σίγουρος, ήταν φουλ στην απόγνωση.

  • Ναι αλλά εσένα που είσαι το αγόρι μου, θα του πω να σε προσέξει καλύτερα.
  • Δεν είμαι το αγόρι σου. Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να πούμε ότι είσαι το κορίτσι μου και είμαι το αγόρι σου!

Χέστηκε. Ούτε που άκουσε τι της είπα. Ήταν μονίμως στο κόσμο του αυτό το κορίτσι.

  • Εμένα με καίει πως θα γίνει να σε γνωρίσει η μάνα μου και να σε συμπαθήσει. Πρέπει να σκεφτώ ένα τρόπο. Σήκω πάμε.

Την επομένη ήταν μες’ την καλή χαρά, γιατί είχε καταστρώσει λέει ένα υπέροχο σχέδιο για το πως θα με γνώριζε η μάνα της χωρίς να με μισήσει..

Περίμενα να μου πει.

  • Πρόσεξε με.

Κι’ άρχισε να τηλεφωνεί.

  • Μαμά, είσαι καλά, μπορώ να σου πω; Άκου, θα κατέβει Αθήνα ένας συμφοιτητής μου με το αυτοκίνητό του και θα του δώσω να σου φέρει κάτι βιβλία μου να μην τα κουβαλάω.

Μου έκλεισε το μάτι, σαν να μου έλεγε ότι αυτό ήταν το συγκλονιστικό της σχέδιο. Είχα γίνει έξαλλος. Μόλις το έκλεισε την ξέχεσα.

  • Παιδάκι μου είσαι τρελό; Γιατί της είπες ότι θα της πάω βιβλία;
  • Γιατί θέλω να πας, να γνωριστείτε, να σε συμπαθήσει και όταν μετά σε συστήσω σαν τη σχέση μου να μη μου βάλει τις φωνές που τα έχω φτιάξει με μουσικό. Θέλω να την γοητεύσεις. Κατάλαβες κύριε έξυπνε;
  • Εγώ δεν μπορώ να κατεβαίνω στην Αθήνα δύο φορές μέσα σ’ ένα μήνα, εδώ δεν πήγα στους αρραβώνες του αδελφού μου..
  • Καλά μην ξανανεβείς. Μείνε εκεί και θα έρθω να σε βρω.

Και με όλη της την άνεση έκανε μια φούσκα με την τσίχλα της, που έσκασε μπροστά στην μούρη της.

Έκανα την καρδιά μου πέτρα, μάζεψα και ότι βιβλία είχα που δεν μου χρειάζονταν, γιατί η Μαριλίτα με την λογοτεχνία ήταν τσακωμένη, μπήκα στο αυτοκίνητο μου και έφυγα για Αθήνα. Είχα ένα Honda, που ήταν το παλιό αυτοκίνητο του αδελφού μου, πριν πάρει το Audi. Μου το είχε χαρίσει φυσικά. Ευτυχώς δεν είχε κίνηση, είχε και καλό καιρό και παρέα με τις μουσικές μου έφτασα χωρίς να βαρεθώ. Πριν καν πάω στο σπίτι μου, πήγα να βρω το σπίτι της Μαριλίτας και να δώσω στην μητέρα της τα βιβλία. Συγχρόνως σκεφτόμουν και τρόπους για να την γοητεύσω. Πως έπρεπε να της μιλήσω, πως να ήταν το στιλ μου και τέτοιες μαλακίες, αλλά τελικά αποφάσισα ότι βλέποντας και κάνοντας.

————————————

Το σπίτι ήταν σε μια περιοχή που δεν την είχα περπατήσει ποτέ, και πού ήταν αποκάλυψη. Τέρμα Θεμιστοκλέους, Καλλιδρομίου. Υπέροχη γειτονιά, ήσυχη, με αναπαλαιωμένα νεοκλασικά, πολλούς πεζόδρομους και αρκετά δέντρα. Χτύπησα το κουδούνι και περίμενα και εκείνη τη στιγμή, πάλι καλά, κόπηκε το χερούλι της σακούλας και μου έπεσαν τα βιβλία κάτω. Ήμουν σκυμμένος και τα μάζευα όταν άνοιξε η πόρτα. Σήκωσα το κεφάλι μου να δικαιολογηθώ και αυτό που αντίκρισα με καθήλωσε. Μια πολύ όμορφη, ψηλή και λεπτή γυναίκα με μαύρο παντελόνι, μαύρο πουκάμισο και ασημένια κοσμήματα με κοιτούσε με απορία. Απ’ τις ωραιότερες γυναίκες που έχω δει στη ζωή μου. Σαν την Σάρον Στόουν, σε Ελληνίδα.

  • Συγνώμη μάλλον θα έκανα λάθος. Ψάχνω την κυρία Μάρω Αγγελίδου.

Το βλέμμα μου ήταν καρφωμένο στα χείλη της για να δω τι θα μου απαντήσει. Υπέροχα χείλη.

  • Δεν κάνετε λάθος. Εγώ είμαι, και εσείς πρέπει να είστε ο συμφοιτητής της κόρης μου που μου στέλνει κάποια βιβλία. Περάστε.

Μου βγήκε αυθόρμητα.

  • Πλάκα μου κάνετε;
  • Τι εννοείτε;
  • Αποκλείεται να είστε η μητέρα της Μαριλίτας. Μήπως είστε η αδελφή της;

Γέλασε τόσο ανοιχτόκαρδα και τόσο ωραία που κόντευα να λιώσω.

  • Σας ευχαριστώ για το κομπλιμέντο.

Μάζεψα όπως- όπως τα βιβλία και μπήκα στο σπίτι. Εξαιρετικό γούστο. Ο χώρος ήταν ενιαίος όπου είχε τα πάντα. Σαλόνι, τραπεζαρία, ένα άλλο πιο μικρό σαλονάκι σε μια εσοχή μπροστά σε μια μεγάλη μπαλκονόπορτα και κουζίνα με πάσο. Μια εσωτερική σκάλα οδηγούσε προς τα πάνω που θα ήταν οι κρεβατοκάμαρες. Όλα αυτά τα είδα πολύ βιαστικά, γιατί δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν ντράμς. Εκτός από πολύ καλόγουστη και όμορφη ήταν και τρομερά σέξι. Ή μάλλον μια και το σέξι έχει γίνει του συρμού, θα έλεγα καλύτερα ελκυστική. Πρέπει να γυμναζόταν κιόλας γιατί ο κώλος της ήταν τσίτα.

  • Τι να σας προσφέρω; Καφέ, τσάι, κάτι άλλο;
  • Τσάι σας παρακαλώ.
  • Έχω έτοιμο πράσινο τσάι που πίνω εγώ, ή προτιμάτε το μαύρο;
  • Όχι το πράσινο είναι μια χαρά. Σκέτο σας παρακαλώ.

Έκανα να βγάλω το φούτερ που φορούσα γιατί είχα ζεσταθεί και μαζί κόντεψε να βγει και το φανελάκι που είχα από μέσα. Με την άκρη του ματιού μου την είδα ότι κοίταξε τους κοιλιακούς μου. Ευτυχώς το σώμα μου ήταν καλό. Δεν ήμουν «κομμάτια», αλλά μια χαρά σφιχτός και όσο πρέπει γραμμωμένος. Άφησα το φούτερ μου στον διπλανό καναπέ όπου υπήρχε πεταμένο ένα μπλουζάκι που έγραφε «I love music…»

  • Γράφει και κάτι στην πίσω μεριά, στην πλάτη. Δείτε το.

Μου είπε γελώντας και εγώ υπάκουσα. Το γύρισα και διάβασα, «…but I hate musicians».

  • Δεν είναι τυχαίο. Το εννοώ.
  • Χαίρομαι παρ’ όλα αυτά, που εξακολουθείτε να αγαπάτε την μουσική. Τώρα, αν κάποιοι μουσικοί με όμικρον γιώτα είναι…καθίκια, τότε έχετε και το δίκιο σας.
  • Σαν πιο μεγάλος μου φαίνεστε απ’ την Μαριλίτα, πως και είστε συμφοιτητές;

Ήρθε να μου φέρει το τσάι και σκύβοντας να το αφήσει στο τραπεζάκι το ντεκολτέ της ήταν ακριβώς μπροστά μου. Η σχισμή του στήθους της ήταν σαν μια μικρή υπέροχη χαράδρα που μάλλον οδηγούσε στον παράδεισο. Πήγα να μιλήσω και τα έκανα σαλάτα.

  • Η Μαριλίτα με συστήνει σαν συμφοιτητή της, ενώ απλά κάνουμε παρέα…. είμαστε μια μεγάλη παρέα, δηλαδή και να….

Ευτυχώς και χτύπησε το τηλέφωνο της. Την ώρα που μιλούσε πιο κει, άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες για να συνέλθω. Να πω και κάτι έξυπνο, μη με περάσει για κρετίνο η γυναίκα. Έκλεισε και ήρθε πάλι απέναντι μου.

  • Χίλια συγνώμη, ετοιμάζω ένα πάρτι για τα γενέθλια μου και μ’ έχουν τρελάνει. Αν είστε στην Αθήνα το ερχόμενο Σάββατο, είστε καλεσμένος εννοείται.
  • Αλήθεια λέτε;
  • Γιατί να μην λέω αλήθεια;
  • Λοιπόν για να μην με περάσετε για κανένα ηλίθιο και βλαμμένο, ξαφνιάστηκα πάρα πολύ που είστε τόσο νέα και τόσο ωραία και τα ‘χω κάπως χαμένα. Θέλω μια δυο στιγμές να συνέλθω. Μέχρι τότε θα λέω χαζομάρες, αλλά μην δίνετε σημασία.

Γέλασε πάλι όπως πριν, ανοιχτόκαρδα και υπέροχα.

  • Εν τάξει δεν θα σας παρεξηγήσω, μια χαρά είστε. Έχω γνωρίσει φίλους της κόρης μου και ξέρω πως είναι τα αγόρια σ’ αυτή την ηλικία.
  • Μα εγώ δεν είμαι σ’ αυτήν την ηλικία. Είμαι εικοσιπέντε και δεν έχω καμία σχέση μαζί με τους υπόλοιπους φίλους της κόρης σας.
  • Δηλαδή;
  • Δεν πάω στα στέκια που συχνάζουν, δεν ακούω τέτοια μουσική, δεν ντύνομαι σαν κι’ αυτούς και δεν μιλάω σαν να βαριέμαι…

Πάλι γέλασε

  • Καλά –καλά μην φοβάστε δεν θα σας παρεξηγήσω. Εσείς είστε από τους άλλους που πάνε στα μπουζούκια, στη Μύκονο και ασχολούνται με το κυριλέ life style….

Χριστέ μου, τέτοια εντύπωση δίνω, ή μου κάνει πλάκα;

  • Καμία σχέση. Είδατε που σας λέω. Σκατά τα κάνα. Ωχ συγνώμη.
  • Για ποιο πράγμα
  • Για το σκατά.
  • Και το επαναλαμβάνετε;

Εδώ γελάσαμε μαζί. Ευτυχώς μου είχε φύγει το πολύ άγχος. Άρχιζα να συνέρχομαι.

  • Θέλω να σας πω ότι είστε πολύ χαριτωμένος και σας ευχαριστώ για τον κόπο που κάνατε, αλλά πρέπει να ετοιμαστώ γιατί έχω διάφορα ραντεβού εκτός σπιτιού.

Σηκώθηκε σαν μου έδειχνε τη πόρτα. Δυστυχώς έπρεπε να φύγω.

  • Εγώ σας ευχαριστώ για το τσάι, και να ξέρετε ότι δεν είμαι έτσι όπως με είδατε. Καμία σχέση. Απλά τα έχασα που είδα μπροστά μου την πιο ωραία μαμά του κόσμου.

Κι’ έτσι όπως μου είχε δώσει το χέρι της για να κάνουμε χειραψία, της το έσφιξα ενώ συγχρόνως ήταν σαν να της το χάιδευα. Το κατάλαβε και το τράβηξε με τρόπο. Γέλασε αμήχανα, που πάει να πει ότι κατάλαβε ότι της την έπεσα.

—————————————

Όταν βρέθηκα έξω, δεν ήθελα να φύγω με τίποτα. Την ήθελα αυτή τη γυναίκα σαν κολασμένος. Η Μαριλίτα μου είχε δώσει και το κινητό της σε περίπτωση που δεν έβρισκα το σπίτι, οπότε αποφάσισα να της στείλω μήνυμα. Και θα της το έλεγα απλά, λιτά και στα ίσια. «Είμαι γοητευμένος. Τηλέμαχος». Και το έστειλα. Φυσικά δεν μου ήρθε κάποια απάντηση, και ούτε που περίμενα. Η γυναίκα φαινόταν σοβαρή. Επί πλέον δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτήν. Ούτε καν αν είχε σχέση. Πήρα την Μαριλίτα για να την ψαρέψω. Ούτως ή άλλως είχε τόσο κίνηση που κάπως θα έπρεπε να περάσει η ώρα μου μέχρι να φτάσω στο σπίτι μου στην Ηλιούπολη. Έμαθα λοιπόν ότι αυτή την εποχή δεν είχε σχέση και ότι η προηγούμενη της ήταν μεγάλης διάρκειας που είχε λήξει άδοξα προ τριετίας. Από τότε τίποτα. Τρία χρόνια αυτή η γυναίκα χωρίς σχέση; Μα καλά τόσο μαλάκες είναι οι άντρες; Το απόγευμα της ξανάστειλα μήνυμα. «Αν θελήσετε κάποια βοήθεια για την προετοιμασία του πάρτι, είμαι διαθέσιμος. Τηλέμαχος». Πάλι δεν μου απάντησε. Το βράδυ με πήρε η Μαριλίτα για να μου πει νέα. Την είχα βάλει να μάθει πως της φάνηκα κι’ αν με συμπάθησε. Μου είπε λοιπόν ότι ήταν ενθουσιασμένη. Άρχισε πάλι η ντράμς στο μέρος της καρδιάς.

  • Όχι, πες μου κανονικά τι σου είπε ακριβώς.
  • Μου είπε ότι «ο συμφοιτητής σου είναι πολύ συμπαθής, έχει χιούμορ, είναι νόστιμος και έχει μια έμφυτη φινέτσα. Μακάρι να ήταν το φλερτ σου, αλλά εσύ ποιος ξέρει με ποιον κυκλοφορείς και τι θα μου κουβαλήσεις. Κανέναν με φράντζα μεγαλύτερη από την δική σου».

Δεν της είχε πει ότι τα είχαμε, γιατί κόμπλαρε λέει στο τηλέφωνο. Θα της το λέγαμε μαζί για να της κάνουμε έκπληξη. Ανάσανα με ανακούφιση.

Την επομένη αποφάσισα να ξαναπάω απ’ το σπίτι με δικαιολογία, ότι είχε πέσει ένα βιβλίο απ’ την σακούλα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Μου άνοιξε με φόρμα γυμναστικής και το γνωστό μπλουζάκι, I love music

  • Χίλια συγνώμη αν σας ανησυχώ, αλλά έπεσε κατά λάθος αυτό το βιβλίο από την σακούλα της Μαριλίτας και είπα να περάσω να σας το δώσω.

Κατάλαβε τα πάντα. Δεν ήταν ηλίθια, αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου. Καλύτερα που κατάλαβε. Ήθελα να ξέρει ότι την κάνω κέφι. Ότι τη γουστάρω. Ότι τρελαίνομαι. Μου είπε να περάσω και μου έφερε τσάι.

  • Τα πήρατε τα μηνύματά μου;
  • Τα πήρα και σας ευχαριστώ.
  • Μ’ ευχαριστείτε γιατί με γοητεύσατε;
  • Όχι, που προσφερθήκατε να με βοηθήσετε.
  • Το εννοώ.
  • Ποιο απ’ τα δύο;
  • Και τα δυο. Και ότι με γοητεύσατε και ότι θέλω να σας βοηθήσω.

Ήταν σα να παίζαμε πινγκ-πονγκ. Για να μου φύγει η αμηχανία άρχισα να παίζω με το στυλό της.

  • Ωραία, θα το λάβω υπ’ όψιν μου.
  • Αποφάσισα μάλιστα να έρθω στο πάρτι σας.
  • Σας προειδοποιώ δεν θα έχει πολλούς συνομήλικους σας.
  • Καλύτερα, δεν κάνω παρέα με συνομήλικους μου.

Κι’ έτσι όπως έπαιζα με το στυλό το χέρι μου ακούμπησε το δικό της. Δεν το τράβηξε. Ούτε κι’ εγώ εννοείται. Με κοίταξε όμως έντονα στα μάτια.

  • Δεν ξέρω αν πρέπει να σας το υπενθυμίσω, είμαι η μητέρα της συμφοιτήτριας σας.

Αυτό που θα της έλεγα τώρα θα ήταν καθοριστικό για το τι θα γινόταν μεταξύ μας.

  • Δεν ξέρω αν θυμάστε αυτό που σας είπα χτες. Είστε η πιο ωραία μαμά του κόσμου. Αν μου έλεγαν να ζωγραφίσω την ιδανική μου γυναίκα, εσάς θα έφτιαχνα και χωρίς να σας είχα δει. Πως να σας το δώσω να το καταλάβετε; Όταν σήκωσα τα μάτια μου και σας αντίκρισα, είπα μέσα μου, ότι δεν γίνεται, κάποιος μου κάνει πλάκα.

Άρχισα να χαϊδεύω το χέρι της, αλλά με πολύ διακριτικό τρόπο το τράβηξε. Φαντάζομαι ότι θα ήταν σε πολύ δύσκολη θέση. Ξαφνικά για ν’ αλλάξει κουβέντα, άλλαξε και ύφος.

  • Λοιπόν, αποφάσισα ότι θέλω να με βοηθήσετε.

Σηκώθηκε και με κοίταξε.

  • Πάμε;
  • Ετοιμοπόλεμος!

Πήγαμε με το αυτοκίνητο της σε διάφορες δουλειές. Ξεκινήσαμε από μια κάβα στο Κολωνάκι όπου πήραμε τα ποτά για το πάρτι, μετά περάσαμε από το κέντρο για να πάρει κάτι γλυκά απ’ το αγαπημένο της ζαχαροπλαστείο, το Αριστοκρατικόν, στην οδό Βουλής. Πίσω απ’ την παλιά βουλή καθίσαμε για να τσιμπήσουμε κάτι, ήπιαμε και κρασάκι που μας χαλάρωσε και τους δύο και λίγο αργότερα μπήκαμε στο Attica για διάφορα άλλα ψώνια. Μιλούσαμε συνέχεια περί ανέμων και υδάτων αλλά με πολύ ευχάριστη διάθεση. Έβλεπα ότι γούσταρε την παρέα μου, αυτά που έλεγα ή το τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόμουν. Αν της την έσπαγα κάπου θα το είχα καταλάβει.

Σ’ ένα κατάστημα με αντρικά ήθελε σώνει και καλά να μου κάνει ένα δώρο και με έβαλε να φορέσω ένα σπορ πουκάμισο κι’ ένα χακί παντελόνι. Μπήκα στο δοκιμαστήριο για να τα φορέσω και την φώναξα να με δει. Άνοιξε την κουρτίνα αλλά δεν είχα προλάβει να βάλω ακόμα το παντελόνι. Με κοίταξε πρώτα κάτω και μετά στα μάτια. Ήταν φως φανάρι ότι η γυναίκα πέθαινε να κάνει σεξ. Η θέα του ημίγυμνου κορμιού μου την αναστάτωσε. Ήμουν χίλια της εκατό σίγουρος, ότι μέχρι το βράδυ θα είχαμε πέσει στο κρεβάτι.

Έγινε και κάτι ακόμα σημαδιακό, που αυτή τη φορά αναστάτωσε εμένα. Όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο να γυρίσουμε σπίτι της, άνοιξε ένα κουτί με σοκολατάκια για να φάει ένα και παίρνοντας ένα ακόμα μου το έβαλε στο στόμα. Της έγλυψα το δάχτυλο και δεν τραβήχτηκε. Καύλωσα που άφησε το δάχτυλο της στο στόμα μου και συνέχισα να της το γλύφω ενώ τα βλέμματα μας πέταγαν σπίθες. Πήγε να βάλει το κλειδί στη μίζα και το χέρι της έτρεμε.

Μπήκαμε σπίτι χασκογελώντας από ένα ανέκδοτο που της είχα πει και το είχε βρει πολύ αστείο

  • Περίμενε μια στιγμή, θα κάνω καμιά ζημιά. Μην με κάνεις να γελάω σε παρακαλώ.
  • Ωραία, δε σε κάνω

Με κοίταξε καλά, καλά αλλά χωρίς να ξέρω το λόγο.

  • Τι;
  • Το πήρες είδηση ότι έχουμε αρχίσει και μιλάμε στον ενικό;
  • Ου τώρα! Μετά το δεύτερο ποτήρι κρασί μας έφυγαν τα σας και τα σεις, ευτυχώς. Ο ηλίθιος πληθυντικός της μεγαλοπρέπειας των Λουδοβίκων. Τι δουλειά έχουμε εμείς μ’ αυτά; Εμείς είμαστε Έλληνες!

Μου έδειξε που να ακουμπήσω τα πράγματα και της είπα ότι θα πήγαινα να φέρω και τα υπόλοιπα απ’ το αυτοκίνητο.

  • Εννοείται. Θα σε εκμεταλλευτώ στο έπακρο.
  • Μ’ αρέσει να με εκμεταλλεύεσαι.
  • Μην παίρνεις θάρρος μικρέ. Πήγαινε φέρε τα υπόλοιπα και εγώ ετοιμάζω κάτι να πιούμε. Σύμφωνος;
  • Εν μέρη.
  • Που διαφωνείς;
  • Στο μικρέ και στο να μην παίρνω θάρρος.

Μου έδωσε μια χαριτωμένη καρπαζιά, που τη γούσταρα αφάνταστα. Πρώτον γιατί αυτό έδειχνε οικειότητα και δεύτερον οι χειρονομίες βοηθούσαν την κατάσταση.

  • Χάρη αστειότητας το είπα βρε…

Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την βούτηξα απ’ το χέρι και την τράβηξα κοντά μου. Τα έχασε, γιατί δεν ήξερε τι σκόπευα να κάνω.

  • Όχι σε παρακαλώ.

Της το άφησα πολύ γλυκά και βγήκα έξω να φέρω τα υπόλοιπα πράγματα. Όταν γύρισα έβαζε κρασί σε δύο ποτήρια.

Είχε αγοράσει μια αστεία αφίσα που έγραφε: This is a wonderful birthday party και ήθελε σώνει και καλά να την κρεμάσει για να δει αν της αρέσει. Ανέβηκε σε μια σκαλίτσα και μου είπε να της δώσω την αφίσα. Καθώς λέγαμε και διάφορα αστεία, λίγο απ’ το κρασί, λίγο απ’ τα πολλά γέλια έχασε την ισορροπία της και αν δεν ήμουν δίπλα να την συγκρατήσω θα έπεφτε κάτω. Την έπιασα απ’ τους μηρούς, κι’ έτσι όπως ακούμπησε στους ώμους μου και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά βρέθηκε στην αγκαλιά μου. Η επαφή των κορμιών μας, μας έχει αναστατώσει. Δεν το πίστευα ότι η γυναίκα των ονείρων μου ήταν στην αγκαλιά μου. Τα χέρια της μου έσφιγγαν τα μπράτσα, και μην αντέχοντας άλλο, με βούτηξε και με φίλησε παθιασμένα στο στόμα. Παρέλυσα. Ένα φιλί που έμοιαζε να μην έχει τελειωμό. Η έξαψη και η επιθυμία μας ήταν τόσο μεγάλη που δεν υπολογίζαμε τίποτα.

Ήμασταν σαν δύο αγρίμια που το ένα ήθελε να χορτάσει από την σάρκα του άλλου. Μου δάγκωνε το λαιμό και το σβέρκο με τέτοια ορμή που κόντευε να με τρελάνει. Την σήκωσα στα χέρια και την ανέβασα πάνω. Πέσαμε στο κρεβάτι ανάβοντας μόνο ένα μεγάλο κερί. Δεν την άφησα να κάνει τίποτα. Την έγδυσα εγώ με τον τρόπο που ήξερα και όταν έμεινε εντελώς γυμνή άρχισα να την χαϊδεύω. Έτρεμε απ’ την ηδονή. Της άνοιξα τα πόδια και έχωσα το κεφάλι μου ανάμεσα προκαλώντας της ρίγη. Μούγκριζε απ’ την καύλα, και εγώ δεν έφευγα από εκεί. Με παρακάλαγε να σταματήσω αλλά εγώ τίποτα. Μία την δάγκωνα, μία την έγλυφα μέχρι να την φτάσω στο σημείο να με παρακαλέσει να την γαμήσω. Εκεί υπάκουσα. Μπήκα όλος μέσα της αλλά μόλις αισθανόμουν ότι θα τέλειωνα τον έβγαζα. Έτσι όπως ήταν πια ανοιχτή, έσκυψα σαν να ήθελα να εξερευνήσω τα πιο απόκρυφα σημεία της. Της το άνοιξα ακόμα περισσότερο με τα δάκτυλα μου και της έχωσα πάλι την γλώσσα μου. Την έπιασαν σπασμοί και άρχισε να φωνάζει ότι χύνει. Πράγματι το στόμα μου γέμισε απ’ τα υγρά της. Την γύρισα τούμπα και προσπάθησα να της τον βάλω από πίσω. Τραβήχτηκε, όχι για να με αποφύγει αλλά για να βγάλει από το συρτάρι του κομοδίνου μία αλοιφή. Της έβαλα με το δάκτυλο γύρω-γύρω στην κωλοτρυπίδα και με παρακάλεσε να της βάλω πρώτα δάχτυλο. Αφού της έβαλα ένα, μετά ήθελε κι’ άλλο, και μετά και τρίτο. Απ’ την καύλα κόντευε να εκραγεί το κεφάλι μου. Κι’ όλο αυτό πριν καν της τον βάλω. Φανταστείτε τι έγινε όταν μπήκε.

Όταν τελειώσαμε την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Φιλιόμασταν και γλειφόμασταν και παρ’ όλο που ήμασταν ιδρωμένοι δεν μας ένοιαζε. Την κρατούσα συνέχεια αγκαλιά και καταλάβαινα ότι της άρεσε. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο στήθος της για ν’ ακούω την καρδιά της και έτσι μου μεταδόθηκαν όλα όσα της συνέβαιναν. Μου χάιδεψε το κεφάλι.

  • Θέλω να σε ρωτήσω….
  • Όχι μη το πεις.

Με κοίταξε σαν να το σκεφτόταν.

  • Έχεις δίκιο. Βλακεία θα έλεγα και θα ξενερώναμε.

Με τράβηξε προς τα πάνω και με φίλησε μ’ ένα τέτοιο τρόπο που δεν μ’ είχε ξαναφιλήσει καμία. Σαν να ήθελε η γλώσσα της να εξερευνήσει όλο το στόμα μου. Ανασηκώθηκε και κάθισε πάνω μου. Το στόμα της έφυγε απ’ το στόμα μου, άρχισε να μου φιλάει το λαιμό και μετά να κατεβαίνει προς το στήθος. Μου σηκώθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Όταν άρχισε να μου γλύφει τις ρόγες παραδόθηκα. Άπλωσα τα χέρια στη διάταση και την άφησα να κάνει ότι θέλει. Τον ξανάβαλε μέσα της συνεχίζοντας να μου γλύφει και να μου δαγκώνει τις ρόγες. Ήταν το καλύτερο μου. Ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει η καλύτερη φαντασίωση μου, στο τριπλάσιο. Ξαφνικά αισθάνθηκα ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου.

Λίγο αργότερα σηκώθηκε να κατέβει κάτω για να πιει νερό και επειδή δεν ήθελα να χωριστούμε ούτε για δύο λεπτά την ακολούθησα. Φορούσε μόνο ένα μακρύ και φαρδύ μακό, εγώ τίποτα, τσίτσιδος. Κόλλησα πίσω της και της ψιθύρισα στ’ αυτί αυτό που αισθανόμουν.

  • Είσαι ότι ωραιότερο μου έχει συμβεί
  • Και ‘μένα.

Την φιλούσα στο σβέρκο και γούσταρε σαν τρελή.

  • Θέλεις να φτιάξω να φάμε;
  • Πεινάω σαν λύκος.

Μου έπιασε τον πούτσο που ήταν πάλι έτοιμος να σηκωθεί στις επάλξεις.

  • Ωραία θα σου κάνω μια εκπληκτική ομελέτα. Πήγαινε ντύσου όμως γιατί αν κυκλοφορείς έτσι δεν πρόκειται να συγκεντρωθώ…

Μ’ έσπρωξε και ‘γω σαν υπάκουο παιδί ανέβηκα πάνω για να ντυθώ. Έπεσα στο κρεβάτι μ’ ένα χαμόγελο ευτυχίας στο πρόσωπο, έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να θυμηθώ την κάθε μας στιγμή. Σας πληροφορώ ήταν τόση η καύλα που μου προκαλούσε αυτή η γυναίκα και παρ’ όλο που ήδη είχα χύσει δύο φορές, άρχισα να τον παίζω. Ήθελα να σφραγίσω τα πρώτα μας γαμήσια με μια μεγαλειώδη μαλακία. Και ξανάχυσα, για πάρτη της.

Δεν της είπα φυσικά τίποτα μετά στο τραπέζι γιατί θα με περνούσε για σεξομανή. Τράβηξα την καρέκλα δίπλα της, για να μην είμαστε αντικριστά. Ήθελα να την έχω δίπλα μου. Να ακουμπούσε το πόδι μου στο πόδι της και το χέρι μου στο χέρι της. Χαιρόταν σαν μικρό παιδί και τριβόταν πάνω μου σαν γάτα.

  • Δεν το πιστεύω ότι κάνω σαν φοιτητριούλα
  • Καλά κάνεις.

Με κοίταξε να δει αν το εννοούσα, και της έριξα ένα φιλάκι.

  • Πριν στο κρεβάτι τι ήθελες να μου πεις;
  • Μια βλακεία που θα ξενερώναμε, ξέχνα το.
  • Κάτι σε σχέση με ηλικίες και λοιπές μαλακίες;
  • Ακριβώς. Χαίρομαι που είσαι οξυδερκής και τα αντιλαμβάνεσαι όλα.
  • Και τι έγινε που έχουμε διαφορά ηλικίας αφού περνάμε καλά.
  • Εγώ σίγουρα περνάω καλά. Ξέρεις πόσο μου λείπει όλο αυτό που κάναμε σήμερα; Για σένα δεν ξέρω.

Την έπιασα απ’ το πηγούνι και την γύρισα προς το μέρος μου. Έπρεπε να τελειώνουμε μ’ αυτήν την μαλακία.

  • Είσαι το ιδανικό μου, μπορείς να το καταλάβεις; Δεν σου κάνω χάρη. Εσύ μου κάνεις χάρη που μ’ έχεις εδώ δίπλα σου, παρέα σου, σπίτι σου, στο κρεβάτι σου.

Πέρασα το χέρι μου γύρω της και την έσφιξα πάνω μου. Άρχισε να γαργαλιέται και να γελάει. Πήραμε τα ποτήρια με το κρασί και ανεβήκαμε πάλι πάνω. Έπεσε στο κρεβάτι και πριν κάνω το ίδιο γδύθηκα. Ξάπλωσα δίπλα της και προσπάθησα να της βγάλω το μακό. Για να με διευκολύνει έκανε κάποιες κινήσεις με τέτοια νωχέλεια που ήταν σκέτη καύλα. Μόλις αισθάνθηκε τον πούτσο μου να σκληραίνει με κοίταξε παραξενεμένη.

  • Πάλι;
  • Δεν θέλεις;
  • Εγώ πολύ, αλλά εσένα σκέφτομαι….

Για να μην αρχίσει να μου λέει πάλι τα ίδια την πλάκωσα στα φιλιά.

Φυσικά κοιμηθήκαμε παρέα, ξυπνήσαμε παρέα, μείναμε σπίτι παρέα κάνοντας συνέχεια σεξ. Όπου κι’ αν βρισκόμασταν. Ειδοποίησα τους δικούς μου να μην ανησυχούν και απενεργοποίησα το τηλέφωνο μου. Δεν ήθελα κανείς να με ενοχλήσει απ’ αυτό που ζούσα. Το βράδυ που βλέπαμε ειδήσεις στην τηλεόραση, σηκώθηκε να πάει στη τουαλέτα κι αργούσε να γυρίσει. Ανέβηκα να δω τι συμβαίνει και την βρήκα χωμένη με αφρόλουτρο στην μπανιέρα, να έχει κλειστά τα μάτια και να χαμογελάει. Ήταν συγκλονιστική εικόνα. Πήρα την φωτογραφική της μηχανή και την τράβηξα. Άνοιξε τα μάτια και την έβγαλα πάλι. Μου άπλωσε τα χέρια της σαν να με καλούσε κοντά της. Γδύθηκα και χώθηκα στην αγκαλιά της. Το ζεστό νερό ήταν ευεργετικό κι’ έτσι όπως το στόμα μου βρισκόταν δίπλα στο αυτί της, της ψιθύρισα

  • Επειδή αν σου πω να το κάνουμε μέσα στο νερό θα με βρίσεις, θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα το κάνουμε αύριο.

Χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια, χαμογέλασε κι’ άλλο.

  • Έγινε.
  • Και συ αν θέλεις να κάνουμε κάτι ιδιαίτερο να μου το πεις.
  • Μμμμ
  • Σε πήρε ο ύπνος;
  • Όχι ακόμα, σε λίγο. Εσύ δεν νύσταξες;
  • Αν με ακουμπήσεις στο κρεβάτι θα ξεραθώ.

Μου είπε να σηκωθώ, να την τυλίξω στην πετσέτα, να την πάρω αγκαλιά και να την πάω στο κρεβάτι για να την σκουπίσω. Ήταν σαν να μου έλεγε να πάω στον παράδεισο.

Την επομένη βγήκα να πάω να πάρω εφημερίδες, και κάθισα για λίγο στο αυτοκίνητο μου. Στο πορτ μπαγκάζ είχα την κιθάρα μου και είχα πεθυμήσει να παίξω λίγο. Ήθελα να παίξω μια αυτοσχέδια μελωδία που θα την ονόμαζα «Μάρω». Άνοιξα και το τηλέφωνο μου για να δω αν είχα τίποτα επείγον. Δεκατρείς κλήσεις και οχτώ γραπτά μηνύματα από την Μαριλίτα, ένα φωνητικό απ’ την μάνα μου, ένα γραπτό απ’ τον αδελφό μου κι’ ένα απ’ τον κολλητό μου που με έβριζε, ότι ήρθα Αθήνα και τον είχα γραμμένο. Τους πήρα όλους εκτός απ’ την Μαριλίτα και γύρισα σπίτι.

  • Που ήσουν τόση ώρα;
  • Πήγα στο περίπτερο για εφημερίδες, με πήρε κι’ ένας κολλητός μου, μετά πήρα την μάνα μου…τέτοια.
  • Πόσο χρόνων είναι η μητέρα σου;

Την κοίταξα μ’ ένα τέτοιο ύφος που δεν άντεξε και από μόνη της έβαλε τα γέλια.

  • Δεν θα σου πω για να μάθεις. Ξεκόλλα με τις ηλικίες. Δεν φτάνει που ο χρόνος είναι επινόηση του ανθρώπου, θα μας καταπιέζει κι’ όλας;
  • Καλό.

Έκανε μια μικρή παύση κοιτάζοντας μια εφημερίδα

  • Ξέρεις τι άλλο δεν σε έχω ρωτήσει; Με τι ασχολείσαι; Σπουδάζεις, δουλεύεις. Τι κάνεις στη ζωή σου;
  • Τελειώνω τη φιλοσοφική, και για χαρτζιλίκι κάνω διάφορες δουλειές του ποδαριού.

Δεν της είπα τίποτα για μουσική και για ν’ αλλάξω κουβέντα τη ρώτησα αν θα ήθελε να κάνουμε κάτι το βράδυ. Σήκωσε τους ώμους της αδιάφορα σαν να μου έλεγε ότι δεν την ένοιαζε, αλλά πριν προλάβει να μιλήσει το χτύπημα του κινητού μου μας διέκοψε. Ήταν η Μαριλίτα, που δεν γινόταν να μη το σηκώσω γιατί ποιος την άκουγε μετά. Πήγα πιο κει για να μιλήσω με άνεση.

  • Έλα
  • Γιατί δεν μου τηλεφωνείς, που είσαι, δεν σου έλειψα;
  • Σε ποια απ’ όλες τις ερωτήσεις να απαντήσω;
  • Που είσαι τώρα;
  • Πάω σινεμά
  • Μόνος;
  • Ναι, και άκου, όταν έρθεις θέλω να κάνουμε μια μεγάλη κουβέντα, γιατί μου συμβαίνουν διάφορα που πρέπει να στα πω.

Κακά τα ψέματα το θέμα Μαριλίτα με βασάνιζε. Όχι έντονα, αλλά ήταν εκεί και ενοχλητικό σαν αγκάθι. Η Μάρω μπορεί να είναι η γυναίκα των ονείρων μου αλλά δεν έπαυε να είναι μητέρα της. Έπρεπε να βρω τρόπο για να πω στην Μαριλίτα να χωρίσουμε και μετά να κάνω μια ξεκάθαρη κουβέντα με την Μάρω που θα της τα ομολογούσα όλα. Με είδε προβληματισμένο, αλλά της είπα ότι βαριόμουνα να πάω σπίτι μου.

  • Με θέλεις να μείνω εδώ;
  • Πάρα πολύ, το συζητάς;
  • Για πόσο καιρό;
  • Μέχρι να με βαρεθείς.
  • Κι’ αν με βαρεθείς εσύ πρώτα;
  • Αυτό αποκλείεται. Είσαι γλύκας, έξυπνος, χαριτωμένος, μιλάς χρησιμοποιώντας όλα τα μέρη του λόγου, λες ολοκληρωμένες προτάσεις, και κάνεις εξαιρετικό σεξ. Γιατί να σε βαρεθώ;
  • Πρόσεξε θα το πάρω πάνω μου.
  • Μακάρι, για να αποκτήσεις επιτέλους και αυτοπεποίθηση. Ποιος ήταν στο τηλέφωνο η μητέρα σου;
  • Μμμμ.

Άρχισα να την φιλάω και να της βάζω χέρι.

  • Θέλεις να κάνουμε έρωτα;

Με αγκάλιασε χώνοντας το κεφάλι μου μέσα στο στήθος της και μου ανακάτεψε τα μαλλιά.

  • Αγοράκι μου γλυκό, όλη μέρα αυτό έχεις στο νου σου;
  • Άκου με. Ξέρεις τι είναι να σου αρέσουν οι ωραίες, σοβαρές γυναίκες και οι περισσότερες να είναι παντρεμένες ή δεσμευμένες κι’ απ’ την άλλη να στην πέφτουν κάτι πιτσιρίκες, που εν τάξη αλλά…δεν; Τώρα λοιπόν που σε βρήκα νομίζω ότι βρίσκομαι στον παράδεισο. Θέλω όλη μέρα να κάνουμε έρωτα. Θέλω να με οδηγήσεις και να σε οδηγήσω σε μονοπάτια ηδονής απάτητα. Για μένα το σεξ με μια γυναίκα που γουστάρω είναι ταξίδι ολόκληρο.

Αισθάνθηκα να συγκινείται και να βουρκώνει. Για να μην το καταλάβω και δω τα υγρά μάτια της, κόλλησε το πρόσωπο της στη μούρη μου και μου έδωσε ένα φιλί που με ρούφηξε ολόκληρο.

———————————-

Οι ημέρες περνούσαν συγκλονιστικά. Είχαμε φτάσει στην Πέμπτη, ήμασταν δηλαδή μαζί πάνω από μια βδομάδα και δεν είχαμε βαρεθεί ούτε στιγμή. Αλλά όταν λέω μαζί, εννοώ κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλο. Κάναμε πέντε φορές έρωτα ημερησίως και ήμασταν κλεισμένοι σ’ ένα σπίτι. Όταν συνειδητοποίησα ότι είναι Πέμπτη, μία μέρα δηλαδή πριν έρθει η Μαριλίτα, μ’ έπιασε ταχυκαρδία. Έπρεπε σήμερα μέχρι το βράδυ να τα έχω πει όλα στην Μάρω, και αύριο να έκανα μια τελικά κουβέντα με την μικρή.

Μπήκα στην κουζίνα την ώρα που έφτιαχνε πρωινό και για πρώτη φορά κάθισα χωρίς να την φιλήσω.

  • Καλημέρα

Ήρθε από πάνω μου και σκύβοντας μου είπε με παραπονιάρικο ύφος

  • Φιλάκι δεν έχει σήμερα

Πετάχτηκα όρθιος την αγκάλισα και την φίλησα με λαχτάρα.

  • Συγνώμη αγάπη μου κάτι σκεφτόμουν.
  • Σε έχω παρατηρήσει τις τελευταίες μέρες ότι κάτι έχεις….Σκέφτεσαι τι θα πούμε στην Μαριλίτα;

Έμεινα να την κοιτάω σαν μαλάκας. Τι εννοούσε;

  • Είσαι φίλος της, σε έστειλε να μου φέρεις κάποια βιβλία της και ξαφνικά θα πρέπει να της πούμε ότι έχουμε σχέση. Ή λες να μην πούμε τίποτα;

Είχα κομπλάρει εντελώς και ήθελα να κερδίσω χρόνο.

  • Να πιω πρώτα το καφέ μου και να τα πούμε μετά;

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και έφερε τους καφέδες και το πρωινό.

  • Εσύ τι ώρα ξύπνησες;
  • Μισή ώρα πριν από σένα αγοράκι μου.
  • Και γιατί δεν με ξύπνησες να κάνουμε έρωτα;
  • Κάναμε!

Κάναμε; Προσπάθησα να θυμηθώ πότε κάναμε και τι έγινε αλλά δεν μου ερχόταν καμία εικόνα. Μέχρι να την δω να βάζει τα γέλια και να καταλάβω ότι μου κάνει πλάκα, κόντεψε να μου στρίψει. Σηκώθηκα πάνω, αλλά πρόλαβε να φύγει τρέχοντας προς τα πάνω ξεκαρδισμένη στα γέλια. Την πρόλαβα μέσα στην κρεβατοκάμαρα και την έριξα στο κρεβάτι. Κάθισα πάνω της και για να την ακινητοποιήσω την έσφιξα μέσα στα πόδια μου. Κοιταζόμασταν με λαγνεία στα μάτια. Άρχισα να γδύνομαι. Πήγε ν’ απλώσει το χέρι της να με χαϊδέψει και δεν την άφησα. Προσπάθησε πάλι, αλλά την εμπόδισα ξανά. Ήθελα να την κάνω να λιώσει στην καύλα. Σηκώθηκα όρθιος στο κρεβάτι, από πάνω της για να βγάλω το παντελόνι της φόρμας και δεν χόρταινε να με παίρνει μάτι. Έκανε να ανασηκωθεί για να μου τον πάρει στο στόμα και της το απαγόρεψα. Με το ένα χέρι μου της κρατούσα τα δύο δικά της και πάλευε σαν ζώο που προσπαθούσε να ξεφύγει απ’ τη φάκα. Όταν χαλάρωσα και την άφησα ελεύθερη ξάπλωσα δίπλα της περιμένοντας να το απολαύσω. Στην κατάσταση που την είχα φτάσει ήταν έτοιμη να πέσει πάνω μου και να με ξεσκίσει. Αυτό ακριβώς που ήθελα.

Σας πληροφορώ ότι αυτό που έγινε δεν ήταν ένα ακόμα γαμήσι. Ήταν σαν να βούλιαξα σ’ ένα λήθαργο ηδονής. Ξέχασα τα πάντα και αφέθηκα έρμαιο των αισθήσεων. Η Μάρω πρέπει να ήταν σε κατάσταση μέθης. «Είσαι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί», μου είπε βραχνά στο αυτί όταν τελειώσαμε.

  • Και μένα το ίδιο. Δεν θα χωρίσουμε ποτέ.
  • Μη λες τέτοιες κουβέντες σε παρακαλώ. Άσε τα πράγματα να εξελιχθούν απλά, από μόνα τους.

Ανασηκώθηκε

  • Θα μπεις πρώτος στο ντους ή να μπω;
  • Μαζί.

Γαμώ την ατυχία μου, χτύπησε το κουδούνι.

  • Ατύχησες. Μπες πρώτος, πάω ν’ ανοίξω.

Μπήκα στο ντους, τέλειωσα, ξυρίστηκα κι’ ακόμα δεν είχε ανέβει. Αποφάσισα λοιπόν να πάω εγώ κάτω να δω τι έκανε τόση ώρα φορώντας μόνο μια πετσέτα γύρω απ’ τη μέση μου. Κατεβαίνοντας τις σκάλες φώναξα για να κάνω αισθητή την παρουσία μου.

  • Αγάπη μου ποιος ήταν;

Αυτό που αντίκρισα μ’ έκανε να παγώσω. Η Μάρω στεκόταν και με κοίταζε και πλάι της είχε την Μαριλίτα που είχε μείνει με το στόμα ανοικτό. Δεν μπορούσαμε να αρθρώσουμε λέξη. Κάτι κατάλαβε κι’ άρχισε να κοιτάει μια εμένα και μια την κόρη της.

  • Εσύ τι κάνεις εδώ; Αύριο δεν θα ερχόσουν κανονικά;

Η Μαριλίτα με κοίταζε λες και έβλεπε ένα σκουπίδι.

  • Κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει, μια και δεν μου τηλεφωνούσες ποτέ, και είπα να έρθω μια μέρα νωρίτερα να δω τι γίνεται. Γιατί είσαι στο σπίτι μου; Γιατί είσαι γυμνός; Γιατί είπες την μάνα μου, «αγάπη μου»;
  • Θα σου εξηγήσω.

Τώρα είχε φρικάρει και η Μάρω που επενέβη αποφασιστικά.

  • Μισό λεπτό. Απήντησε της πρώτα σ’ αυτά που σε ρωτάει και της εξηγείς μετά. Θέλω και εγώ να κάνω μια συμπληρωματική ερώτηση. Όταν ήρθες εδώ, είχες σχέση με την κόρη μου;

Η Μαριλίτα άρχισε να κλαίει και η Μάρω ήρθε προς το μέρος μου κοιτάζοντας με, με γυάλινο μάτι.

  • Μάρω θέλω να τα πούμε με ηρεμία.

Σήκωσε το χέρι της και μου έδωσε ένα χαστούκι, πού ήταν λες και έπεσε κεραυνός πάνω στο μάγουλο μου.

  • Τι είπες βρε αλήτη; Γιατί ήρθες να μου αναστατώσεις τη ζωή αφού είχες σχέση με την κόρη μου; Γιατί μου το έκανες όλο αυτό; Τι είδους διαστροφή είναι αυτή;

Η Μάρω φώναζε, η Μαριλίτα έκλαιγε και ούρλιαζε διάφορα ακατάληπτα και το κεφάλι μου κόντευε να σπάσει. Καιρός να φωνάξω κι’ εγώ.

  • Σταματήστε και οι δύο.

Ως δια μαγείας σταμάτησαν.

  • Απαντήσεις δεν ζητάτε;

Κοίταξα την Μαριλίτα.

  • Βρίσκομαι σπίτι σου και είπα την μητέρα σου «αγάπη μου», γιατί είναι η αγάπη μου. Είναι η γυναίκα που περίμενα να συναντήσω στη ζωή μου. Είναι ο άνθρωπος που μια ζωή ονειρευόμουν να βρω, να αγκαλιάσω, να φιλήσω, να κάνω έρωτα και να ζήσω μαζί του. Είναι το ιδανικό μου.

Η Μάρω δεν άντεξε να με βλέπει να βουρκώνω και να λέω αυτές τις φράσεις και ξέσπασε σε δάκρυα.

  • Εσένα σε συνάντησα πριν δύο μήνες και πριν καλά –καλά γνωριστούμε βιάστηκες να μου δοθείς και να θεωρήσεις ότι κάναμε σχέση και ότι έχουμε δεσμό. Ήθελες πάση θυσία να έχεις ένα δεσμό όταν θα ερχόσουν στην Αθήνα, για να τον παρουσιάσεις στις φίλες σου. Ποτέ δεν με ρώτησες αν μου αρέσει η μουσική που ακούς, αν μου αρέσουν οι ταινίες που θέλεις να βλέπουμε, αν μου αρέσουν τα ringtone που βάζεις στο κινητό σου. Ποτέ δεν με ρώτησες αν μου αρέσει το ντύσιμό σου, τα μαλλιά σου ή τα νύχια σου. Σου ζητώ συγνώμη Μαριλίτα, που δεν είσαι του τύπου μου.
  • Και τότε γιατί συνέχισες να με βλέπεις και να κάνουμε έρωτα.
  • Τι έρωτα ρε Μαριλίτα; Έρωτας ήταν αυτό; Μια, δύο φορές την εβδομάδα με το ζόρι και με τις φίλες σου να σου τηλεφωνούν ανά δευτερόλεπτο και πάνω στην ερωτική πράξη να ακούω το κινητό σου να χτυπάει λες και ήμασταν σε συναυλία.

Φαίνεται ότι άρχισε να προσβάλλεται ο εγωισμός της γιατί τα μάτια της στένεψαν και το στόμα της έσταζε χολή.

  • Με το ζόρι; Εγώ φταίω ή εσύ που δεν…μπορούσες να αντεπεξέλθεις περισσότερο.

Γύρισε και προς την μάνα της.

  • Εσύ δεν μιλάς;
  • Θα μιλήσω όταν πρέπει. Προς το παρών ακούω. Για να καταλάβω τι συμβαίνει
  • Μαριλίτα σε παρακαλώ πρέπει να καταλάβεις ότι όλο αυτό που είχαμε ήταν ένα λάθος. Θέλω να πάμε ήρεμα να φάμε, να κουβεντιάσουμε και να βρούμε μια λύση. Ξέρω πόσο πολύ αγαπάς την μητέρα σου. Τώρα θέλω να σου πω ότι την αγαπώ και εγώ. Εξήγησε της ότι έχω δίκιο, ότι όλα αυτά που λέω είναι αλήθεια.

Ούρλιαξε υστερικά βουλώνοντας τ’ αφτιά της.

  • Σκάσε!
  • Θα την αγαπώ ότι κι’ αν γίνει. Αυτό που νοιώθω για εκείνη δεν είναι κάτι επιπόλαιο και εφήμερο…

Η χολή άρχισε να πλημμυρίζει το χώρο. Το πρόσωπό της το είχε σκεπάσει η αηδία.

  • Πως, πες μου πως έπεσες στο κρεβάτι με μια τόσο μεγάλη γυναίκα;
  • Η μητέρα σου σαν γυναίκα, σαν στυλ, σαν ομορφιά, σαν νοοτροπία, σαν χαρακτήρας είναι το ιδανικό μου.
  • Σταμάτα θα ξεράσω

Η Μάρω που εν τω μεταξύ είχε συνέλθει κάπως παρακολουθούσε ψυχρά την κουβέντα, αλλά στο «Θα ξεράσω» δεν άντεξε.

  • Μαριλίτα!
  • Τι θέλεις; Θέλεις να μείνεις με το τεκνό; Πολύ καλά αλλά εγώ δεν μένω εδώ μέσα μαζί του. Φεύγω.

Έκανε να πιάσει την βαλίτσα της.

  • Δεν έχεις να πας πουθενά. Ο Τηλέμαχος σε δέκα λεπτά θα έχει φύγει.

Γύρισε και κοιταχτήκαμε στα μάτια. Την ήθελα τόσο πολύ αυτή τη γυναίκα που ήταν κρίμα να διαλυθεί έτσι μια σχέση που ήθελα να κρατήσω όλη μου τη ζωή. Βούρκωσα και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απ’ τα μάτια μου. Εκείνη όμως ήταν ψυχρή. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς ανέβηκα να ετοιμάσω τα πράγματά μου. Συνέχισαν να μιλάνε με ένταση φωνάζοντας, που τις άκουγα πεντακάθαρα μέχρι πάνω.

  • Είναι αλήθεια όλα αυτά που είπε;
  • Τίποτα δεν είναι αλήθεια. Εγώ θα είχα όποιον ήθελα. Όλοι στην Θεσσαλονίκη με κυνηγούσαν.
  • Και εσύ κυνηγούσες τον Τηλέμαχο;

Δυστυχώς δεν μπορούσα να βλέπω εκφράσεις, αλλά σ’ αυτό το σημείο έγινε μια μεγάλη παύση.

  • Πως μπόρεσες να κοιμηθείς με κάποιον που θα μπορούσε να ήταν γιος σου; Χάθηκε να βρεις κάποιον στην ηλικία σου; Έπρεπε να μου πάρεις το αγόρι μου;
  • Μωρό μου ηρέμισε και μην με προσβάλεις κατ’ αυτό το τρόπο γιατί και η υπομονή έχει τα όρια της. Περίμενε να φύγει και θα τα πούμε.

Παύση και πάλι.

  • Παρασύρθηκα. Με φλέρταρε επίμονα και κολακεύτηκα. Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι να φτάνεις τα σαράντα και να σε ποθεί ένας νεώτερος άντρας. Άλλωστε το ξέρεις, όταν με παράτησε ο πατέρας σου, αφιερώθηκα σε σένα και ούτε ξαναπαντρεύτηκα ούτε και ευχαριστήθηκα τον έρωτα. Στα εικοσιένα μου με ένα παιδί και στα είκοσι δύο μου παρατημένη. Κατάλαβέ με. Όλοι οι συνομήλικοι μου άντρες κυνηγάνε μικρούλες, κάποιος της προκοπής δεν έχει γυρίσει να με φλερτάρει, να μου πει ένα κομπλιμέντο τα τρία τελευταία χρόνια.

Σ’ εκείνο το σημείο εμφανίστηκα με το σακ βουαγιάζ μου ανά χείρας. Η Μάρω χωρίς να με κοιτάξει πήγε και άνοιξε την πόρτα. Περνώντας από δίπλα της και μιλώντας ψιθυριστά τη ρώτησα αν ήθελε να της τηλεφωνήσω το βράδυ. Χωρίς να μου απαντήσει έκλεισε την πόρτα πίσω μου.

Οι επόμενες ώρες ήταν μαρτυρικές. Δεν μπορούσα να χωνέψω ότι ήρθαν έτσι τα πράγματα και μου στέρησαν ότι ωραιότερο είχε συμβεί στη ζωή μου. Της τηλεφωνούσα κάθε μισή ώρα, αλλά δεν το σήκωνε. Της έστελνα μηνύματα αλλά καμία απάντηση. Την επομένη που πια κόντευα να τρελαθώ, πήγα μέχρι το σπίτι της και περίμενα απ’ έξω. Κανένα ίχνος ζωής. Δεν άντεξα, πήγα και χτύπησα το κουδούνι. Δεν απήντησε. Της έγραψα ένα σημείωμα και το πέταξα κάτω απ’ τη πόρτα μη τυχόν και συγκινηθεί και μου ανοίξει. «Δεν πρόκειται να φύγω από την ζωή σου αν δεν δω και πάλι το χαμόγελο και το αστραφτερό σου βλέμμα. Δεν θα φύγω χωρίς να σου ξεκαθαρίσω όλη την υπόθεση για να μην έχεις κανένα κενό. Μην αφήσεις μια σειρά παρεξηγήσεων να χαλάσει αυτό το μαγικό που είχαμε. Θα περιμένω. Σε λατρεύω. Τ.» Περίμενα σαν το σκυλί στα σκαλοπάτια αλλά τίποτα.

Αποφάσισα να φύγω. Δεν μπορούσα όμως. Κατέβηκα με τα πόδια λίγο πιο κάτω και κάθισα σ’ ένα μπαρ να πιω μια μπύρα. Την ξαναπήρα τηλέφωνο και επιτέλους το σήκωσε.

  • Ναι

Το χέρι μου έτρεμε.

  • Σε ευχαριστώ που το σήκωσες.

Δεν απήντησε.

  • Να έρθω να μιλήσουμε;
  • Καλύτερα να έρθω εγώ.

Της είπα που βρισκόμουν και σε ένα εικοσάλεπτο ήρθε φορώντας φόρμα με ένα φούτερ. Ήταν χλωμή, άβαφη και μάλλον άυπνη αλλά παρ’ όλα αυτά κούκλα. Είχε τα χέρια της μέσα στις τσέπες του φούτερ και δεν τα έβγαλε καθόλου. Κάθισε απέναντι μου και με κοίταξε θλιμμένα.

  • Τι έγινε μικρέ, γιατί τα έκανες έτσι τα πράγματα;

Δεν της απάντησα αμέσως. Κοιτάζοντας την πάντα στα μάτια πήρα μια ανάσα και ξεκίνησα.

  • Εκτός του ότι τελειώνω τη φιλοσοφική, παράλληλα σπουδάζω μουσική σύνθεση και ενορχήστρωση. Η μουσική είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Η Μαριλίτα με έστειλε ως συμφοιτητή της να φέρω υποτίθεται κάποια βιβλία, να γνωριστούμε και να σε κάνω να με συμπαθήσεις, επειδή μισείς τους μουσικούς. Εγώ με το που σε είδα έχασα τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Η μόνη βλακεία μου ήταν ότι έπρεπε να στα πω όλα από την πρώτη μέρα αλλά φοβήθηκα μην με διώξεις κακήν κακώς.

Το βλέμμα της είχε αρχίσει να γλυκαίνει. Πίσω απ’ την θλίψη άρχισε να φαίνεται η αγάπη ή έστω η συμπάθεια. Βούρκωσα και χωρίς να την κοιτάω πια, σαν να μονολογούσα συνέχεια να μιλάω κοιτάζοντας το πάτωμα.

  • Είμαι καντέμης τελικά. Προσπαθώ να δώσω κάπου τη μουσική μου και κανείς δεν βοηθάει. Ήλπιζα ότι η Μαριλίτα θα μιλούσε στον πατέρα της. Πάει κι’ αυτό. Γνωρίζω την γυναίκα των ονείρων μου και είναι η πιο πολύπλοκη γνωριμία που υπάρχει. Τα έκανα σκατά, μ’ έδιωξες και εσύ από κοντά σου….

Τα δάκρυα κυλούσαν πια ανεξέλεγκτα

  • Τι να κάνω για να πιστέψεις ότι η ζωή μου δεν έχει νόημα δίχως εσένα;

Αδιαφορώντας για τους πάντες και τα πάντα έκλαιγα σαν μικρό παιδί. Όλο το άγχος, όλη η θλίψη βγήκε σαν χείμαρρος από μέσα μου κάνοντας με να κλαίω με σπασμούς. Δεν άντεξε να με βλέπει. Σηκώθηκε, έβγαλε τα χέρια απ’ τις τσέπες, κάθισε δίπλα μου και μ’ αγκάλιασε. Έγειρα το κεφάλι μου πάνω της και αφέθηκα στα χάδια της. Σιγά, σιγά το κλάμα σταμάτησε. Ηρέμησα. Άρχισε να μου ψιθυρίζει γλυκόλογα στ’ αφτί μου ενώ τα χέρια της μου χάιδευαν το πρόσωπο. Τα πήρα, τα έφερα στο στόμα μου κι’ άρχισα να της τα φιλάω. Το επόμενο βήμα ήταν να φιληθούμε. Αναζήτησα το στόμα της και την άφησα να πάρει πρωτοβουλία. Και το κάνε. Όχι όπως φιλιόμασταν πάνω στο σεξ, αλλά τρυφερά κι’ αγαπησιάρικα. Σηκώθηκε και με τράβηξε απ’ το χέρι να την ακολουθήσω. Πήγαμε στο σπίτι χωρίς να μιλήσουμε καθόλου. Η σφιχτή αγκαλιά μας τα έλεγε όλα.

Έμαθα ότι μετά από μένα είχε φύγει και η Μαριλίτα από το σπίτι για να πάει να μείνει στον πατέρα της. Δεν της μιλούσε κι’ αυτό της είχε στοιχίσει. Εγώ μάζεψα τα πράγματα μου και μετακόμισα σπίτι της. Ζούμε μαζί σαν ζευγάρι. Άρχισα να δουλεύω κιόλας. Άρχισα να διδάσκω σ’ ένα φροντιστήριο κι’ απέκτησα και τα δύο πρώτα μου ιδιαίτερα. Παράλληλα γράφω μουσική σαν τρελός σ’ ένα δωμάτιο που μου έχει παραχωρήσει η Μάρω και το έχω κάνει στούντιο. Άρχισα να κάνω επαφές και να στέλνω τις μουσικές μου σε επιλεγμένους ανθρώπους. Η πρώτη δουλειά δεν άργησε να έρθει, κι’ ήταν από ένα ραδιοφωνικό σταθμό που μου παρήγγειλε να φτιάξω τα μουσικά του σήματα. Κάτι ήταν κι’ αυτό. Ακολούθησαν μουσικές για δύο ταινιάκια μικρού μήκους, για μια πειραματική θεατρική παράσταση, και μετά για μια ταινία μεγάλου μήκους, που μου χάρισε και το βραβείο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Η Μάρω καμάρωνε και με υποστήριζε παθιασμένα. Μέχρι που ήθελε να πετάξει το μπλουζάκι που έγραφε μπρος «I love music…» και πίσω «…But I hate musicians», αλλά δεν την άφησα. Το κρατήσαμε σαν αναμνηστικό για να γελάμε. Η Μαριλίρα μετά από αρκετούς μήνες εντελώς μετανοιωμένη της ζήτησε συγνώμη και συμφιλιώθηκαν. Μετά ήρθε και η σειρά μου. Ζήτησε συγνώμη κι’ από μένα. Η Μάρω ξεπερνώντας όλες τις φοβίες και τις αναστολές της, αποφάσισε να αφήσει πίσω τον ενοχικό της εαυτό, να μην φοβάται να κυκλοφορούμε μαζί, να αδιαφορεί για τα σχόλια του κόσμου, να με συστήνει σε φίλους της, να με φιλάει και να με αγκαλιάζει δημόσια.

Έχει απελευθερωθεί πια τόσο πολύ, που μια μέρα που ήμουν καλεσμένος σε μια τηλεοπτική εκπομπή για να μιλήσω για το βραβείο που είχα πάρει, ήρθε παρέα μου. Την έβλεπα στο πλατό, ανάμεσα στους τεχνικούς και τους κάμεραμαν να με παρακολουθεί χαμογελώντας και πετούσα στα ουράνια. Ήμουν σίγουρος ότι είχα βρει το άλλο μου μισό.

———————————————-

 

 

 

 

 

 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here