Delivery Boy

0
246

84A86F28CBCA34970FB69AEE73BC070A

Διήγημα του Νίκου Μουρατίδη

[από την συλλογή διηγημάτων ΕΓΩ ΗΜΟΥΝ ΑΝΤΡΑΚΙ- εκδόσεις Τετράγωνο]

—————————————————————————————————

Έφυγα απ’ το νοσοκομείο φρικαρισμένος. Η μάνα του πρησμένη απ’ το κλάμα με πήγε μέχρι το δωμάτιο της εντατικής να τον δω και έπαθα πλάκα. Ήταν κίτρινος σαν λεμόνι, γεμάτος ορούς και σωληνάκια. Διάφορα μηχανήματα κατέγραφαν τις λειτουργίες του και οι γιατροί τον θεωρούσαν σχεδόν τελειωμένο. Σε ένα θαύμα ήλπιζαν πια. Α, ρε Σταύρο μαλάκα. Αφού είχες το προηγούμενο του πατέρα σου, γιατί δεν πρόσεχες ρε γαμώ το σου;

Με τον Σταύρο είχαμε γνωριστεί τα δύο τελευταία χρόνια από κοινούς γνωστούς της νύχτας. Εγώ μόλις είχα απολυθεί απ’ το στρατό και δεν ήξερα ακόμα τι θα κάνω στην ζωή μου. Μέχρι να αποφασίσω έκανα διάφορες δουλειές του ποδαριού και με τον Σταύρο μπλέχτηκα όπως και τα υπόλοιπα παιδιά που πηγαίναμε και δίναμε πίπες σε διάφορους πλούσιους φλώρους, με αμοιβή εννοείται. Και καταλαβαίνετε ότι αν βγάζεις διακόσα και τρακόσα ευρώ την ημέρα για μια δυο πίπες, που σημαίνει μία το πολύ δύο ώρες, δεν ψάχνεσαι να βρεις δουλειά. Γι’ αυτό και όλη μέρα ήμουν στο γυμναστήριο και το βράδυ στα club και στα μπουζούκια. Εν τάξη, έπαιρνα και εγώ κόκα, αλλά έτσι όπως τον είδα στην εντατική, από σήμερα κομμένα τα πάντα. Άντε καμιά ψιλή που και πού. Δεν είμαι μαλάκας όπως αυτός που κάθε βράδυ το ξεφτίλιζε και ορίστε που τώρα είναι ετοιμοθάνατος. Παραγγέλναμε ένα μπουκάλι, και πριν προλάβουμε να πιούμε το πρώτο ποτό, ήδη είχε παραγγείλει σφηνάκια και μια κανάτα καμικάζι. Τον μαλάκα, δεν φτιαχνόταν με τίποτα. Θα έπινε σίγουρα και ένα γραμμάριο σκόνη κάθε βράδυ. Και ορίστε τα αποτελέσματα.

bike-4

Είμαι ο Χρήστος είμαι είκοσι τριών χρόνων και αντικειμενικά είμαι πολύ ωραίο παιδί. Και μου το έχουν πει, αλλά το βλέπω κιόλας στο τρόπο που με κοιτάζουν οι γυναίκες και οι αδελφές. Περπατάω και γυρνάνε κεφάλια. Πάω στα club και τα κεράσματα μου έρχονται απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Όταν ο Σταύρος με πήγε ένα βράδυ στο σπίτι ενός φλώρου γνωστού σχεδιαστή, έκανε σαν τρελός με την πάρτη μου. Ήθελε να ξαναβρεθούμε και μου έταξε ότι θα με στείλει σε πρακτορείο για να γίνω μοντέλο. Γουστάρω σαν τρελός να ασχοληθώ με το μόντελινγκ. Είναι η πιο χάϊ δουλειά, γνωρίζεις τα ωραιότερα μουνάκια, πληρώνεσαι ένα κάρο λεφτά και όλα αυτά για να σε φωτογραφίζουν. Χα! Συν του ότι αν παίξεις σε μία διαφήμιση γίνεσαι γνωστός και σε αναγνωρίζουν όλοι στο δρόμο. Δεν μ’ έχει στείλει όμως ακόμα και ανησυχώ. Όποτε του τηλεφωνώ με φωνάζει απ’ το σπίτι του, ένα πολύ ωραίο διαμέρισμα στο Κολωνάκι, με βάζει να τον χύνω, αλλά να με στείλει στο πρακτορείο δεν το έχει κάνει ο παλιομαλάκας. Την επόμενη φορά θα του την πω. Αν δεν με στείλει να με δουν, το φερμουάρ του παντελονιού μου δεν ξανακατεβαίνει.

Από την εποχή που έφυγε ο πατέρας μου και δεν ξαναγύρισε ποτέ, μένουμε με την μάνα μας στου Γκύζη. Εγώ τότε ήμουν τριών χρόνων και ο αδελφός μου ο Μπίλλυς οχτώ. Η μάνα μου δουλεύει στο υπουργείο οικονομικών καθαρίστρια. Ο Μπίλλυς, που τώρα είναι είκοσι οκτώ δουλεύει αποθηκάριος στο Metropolis, το βράδυ κάνει διανομές σε πιτσαρία και εδώ και τρία χρόνια τον έχει σπιτώσει μια τριανταπεντάρα δημοσιογράφος. Το όνειρό του όμως είναι να ασχοληθεί με το τραγούδι. Τραγουδάει, αλλά κυρίως του αρέσει η σύνθεση. Έχει κι’ ένα γκρουπάκι που λέγονται Gun.

Έχω και ‘γω μια σχέση. Γιώτα την λένε, είναι δύο χρόνια μεγαλύτερη μου, φτωχοκόριτσο, αλλά πολύ όμορφη και πολύ σέξι. Έχω πάθει όμως ένα πράγμα που δεν ξέρω αν είναι αληθινό ή της φαντασίας μου. Αισθάνομαι ότι η Γιώτα δεν μου έχει αποκαλυφθεί εντελώς. Κάτι κρύβει αυτή η κοπέλα. Υπάρχουν στιγμές που είμαστε μαζί αλλά εγώ αισθάνομαι ότι αυτή είναι για πάρτη της αλλού. Εν πάση περιπτώσει, λέει ότι μ’ αγαπάει, ανησυχεί για μένα, με φροντίζει, νοιάζεται και θέλει με κάθε τρόπο να σκεφτούμε να κάνουμε μια δουλειά που να μας αποφέρει χρήματα για να παντρευτούμε. Η Γιώτα είναι σοβαρό άτομο, δεν δίνει δικαιώματα, δεν προκαλεί, αλλά όταν βρεθούμε οι δύο μας στην κρεβατοκάμαρα γίνεται άλλος άνθρωπος. Είναι αυτό που λέγαμε πιο μικροί και γελάγαμε «το πρωί μαθήτρια, το βράδυ πόρνη». Ή αλλιώς, «έξω κυρία, στο κρεβάτι πουτάνα». Φυσικά δεν της έχω πει τίποτα για τις παράλληλες σεξουαλικές μου δραστηριότητες με τους πούστηδες, ούτε για βίζιτες και κοκαίνη. Η Γιώτα ξέρει ότι κατά τις δώδεκα με μία που φεύγω απ’ το σπίτι της πάω στο δικό μου για ύπνο. Άλλο αν εγώ γυρίζω πέντε, έξι το πρωί.

Στο σπίτι που λέτε, μια και ο Μπίλλυς ξενοκοιμάται, ουσιαστικά μένω εγώ και η μάνα μου, που εν τάξη της έχω πάρει τον αέρα και δεν μου την πολύ μπαίνει. Τις προάλλες όμως που το παράκανα και γύρισα στις εφτά το πρωί, με είδε την ώρα που έφευγε για την δουλειά της σε κακό χάλι απ’ την κόκα και το αλκοόλ και τρόμαξε. Τα είπε όλα στον αδελφό μου, και αυτός ο μαλάκας ήρθε και μου πούλησε μούρη. Μπήκε τσαμπουκαλεμένος σπίτι, όρμισε στο δωμάτιο μου χωρίς να χτυπήσει την πόρτα και μου την έπεσε με τη μία.

  • Για λέγε τι γίνεται;

  • Καλά.

  • Το καλά το βλέπω… καμιά δουλειά φάνηκε στον ορίζοντα;

  • Όλο και κάτι γίνεται.

  • Α ναι; Για λέγε για να χαρώ. Που βρήκες;

Με δούλευε το αρχίδι.

  • Ε… δεν βρήκα ακόμα αλλά μου είπαν ότι θα με πάρουνε σε μια διαφημιστική εταιρεία.

  • Τι αυτές τις μαλακίες που μου ’λεγες για μοντέλο και τέτοια…

  • Γιατί μαλακίες; Ξέρεις τι λεφτά βγάζουν τα μοντέλα;

  • Καλά -καλά. Πότε αρχίζεις;

  • Να σου πω, εσύ τι ζόρι τραβάς, σου ζήτησα λεφτά;

  • Όχι κι αυτό είναι που με παραξενεύει.

Άνοιξε την ντουλάπα μου και κοίταξε τα ρούχα μου

  • Κι απ’ ότι βλέπω είσαι και πολυέξοδος. Που τα βρίσκεις τα λεφτά, γιατί ούτε η μαμά σου δίνει απ’ ότι ξέρω.

  • Δουλεύω σ’ έναν γνωστό. Του κάνω κάτι εξυπηρετήσεις.

  • Εξυπηρετήσεις; Και σε πληρώνει;

Έβγαλα πολύ επιδεικτικά και του άφησα μπροστά του χίλια ευρό.

  • Ναι με πληρώνει και πολύ περισσότερα απ’ ότι βγάζεις εσύ δουλεύοντας ένα μήνα!

Τα πήρε στο κρανίο ο μαλάκας.

  • Άκου μαλακισμένο, δεν θα στα ξαναπώ γιατί την επόμενη φορά θα σε σπάσω στο ξύλο. Γυρνάς σπίτι το πρωί, κοιμάσαι μέχρι το μεσημέρι και μετά πας στο γυμναστήριο. Πότε δουλεύεις και τι είδους δουλειά είναι αυτή λέγε τώρα μην μας ακούσει όλη γειτονιά. Αν έχεις μπλέξει με ναρκωτικά πες το μου τώρα.

  • Τι ναρκωτικά μωρέ, σου λέω δουλεύω για έναν γνωστό.

  • Ωραία πες μου μια δουλειά που έχεις κάνει.

  • Την Παρασκευή θα πάω στα Ιωάννινα αεροπορικώς και θα του φέρω το αυτοκίνητό του που το ’χει αφήσει εκεί. Για τον κόπο μου θα μου δώσει πέντε χιλιάρικα. Ικανοποιήθηκες τώρα; Και είναι και Μερσεντές!

Μου έριξε μια ξεγυρισμένη μούντζα.

  • Να μαλάκα! Τι θα κουβαλήσεις με την Μερσεντές τον ρώτησες;

Η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν το είχα σκεφτεί.

  • Τίποτα.

  • Και σου δίνει πέντε χιλιάδες ευρώ για τίποτα; Ναρκωτικά μεταφέρουν ρε ηλίθιε και βρίσκουν μαλάκες σαν και σένα να τα φέρουν για να μην ρισκάρουν οι ίδιοι.

Τον κοίταζα και δεν ήξερα τι να πω.

  • Πρόσεξε καλά κακομοίρη μου, κόψε όλους αυτούς που νταλαβερίζεσαι και βρες μια δουλειά της προκοπής γιατί θα σε γαμήσω…

  • Δουλειά της προκοπής; Σαν τις δικές σου… στο δισκάδικο και στην πίτσα;

  • Ναι ρε στην πίτσα.

  • Εγώ ντηλίβερι σε πίτσα δεν δουλεύω.

  • Ενώ ντηλίβερι για ναρκωτικά δουλεύεις; Ε λοιπόν όχι ρε μαλάκα… θα δουλέψεις ντηλίβερι στην πίτσα. Αρχίζεις αύριο.

  • Τι λες μωρέ…

  • Αν δεν έρθεις… κοίταξε να φύγεις απ’ την Αθήνα γιατί όπου σε βρω θα σε λιώσω.

  • Από τώρα στο λέω δεν θα έρθω.

  • Από τώρα στο λέω για να ’μαστε ξεκάθαροι. Έξη μήνες έχεις απολυθεί απ’ το στρατό και δουλειά δεν έχεις βρει. Υποψιάζομαι ότι έχεις μπλέξει με παρανομίες. Ουαί κι αλίμονο σου αν μάθω κάτι, κάηκες κι εσύ κι αυτοί που σε έχουν μπλέξει. Θα σας χώσω όλους μέσα.

Δεν ήξερα αν μπλόφαρε που είπε ότι θα μας έχωνε μέσα, αλλά που ήξερε με ποιους νταραβερίζομαι;

  • Σ’ έχω παρακολουθήσει και ξέρω τα καταγώγια που συχνάζεις. Αν δεν εμφανιστείς αύριο στην πίτσα θα στείλω το εκατό να σε μαζέψει. Κι’ εσένα και όλους τους φίλους σου.

Έκανε να φύγει και μου βούτηξε τα χίλια ευρώ.

  • Κι αυτά τα παίρνω. Μου τα χρωστάς…

  • Ασ’ τα κάτω ρε τα λεφτά μου, από που στα χρωστάω;

  • Από τότε που σου έστελνα στο στρατό. Γειααα

Όταν έφτασε στην πόρτα γύρισε και με κοίταξε με μισό μάτι.

  • Και πρόσεξε καλά, μην μάθω ότι στενοχώρησες τη μαμά, κάηκες.

Τέτοιος μαλάκας είναι ο αδελφός μου. Για να μην το φτάσω το πράγμα στα άκρα, πήγα και ξηγήθηκα μ’ αυτούς ότι δεν θα πήγαινα στα Γιάννενα, και από σήμερα θα πάω στην πιτσαρία. Αυτός είναι ικανός πραγματικά να πάει στους μπάτσους και να με χώσει μέσα. Αποφάσισα λοιπόν έστω και για λίγο να πάω για να του κάνω το χατίρι και μετά θα φύγω. Σιγά μην δουλέψω ντηλίβερι.

Όταν έφτασα το απόγευμα στην πιτσαρία ήταν εκεί και χωρίς πολλά-πολλά με σύστησε στον κύριο Αντώνη που είχε το μαγαζί, στην κοπέλα που έβγαζε τις παραγγελίες και στους υπόλοιπους ντιλιβεράδες. Ήταν ο Μηνάς, που σπούδασε λέει στο Πάντειο, ο Μάκης που ήταν αδελφή εκατό τοις εκατό και σπούδαζε ηθοποιός και ο Γκέργκι, ένας πιτσιρικάς Αλβανός. Επειδή δεν ήθελα πολλά- πολλά με κανέναν τους κάθισα σε μια γωνιά και περίμενα να μου πουν τι να κάνω.

Έγραφα ένα μήνυμα για να στείλω στην Γιώτα όταν μπήκε στο μαγαζί ένα τρελό μουνάκι, μια πιτσιρίκα ίσαμε δεκαεφτά το πολύ δεκαοχτώ φτιαγμένη για top model και έψαχνε λέει τον αδελφό της τον Μηνά. Με είδε που την κόζαρα και έπαθε ήττα το πιτσιρίκι. Είχε κοκκινίσει, δεν ήξερε τι να κάνει και τι να πει, οπότε μια και ο αδελφός της είχε πάει να παραδώσει μια πίτσα, για να την διευκολύνω βγήκα έξω κάνοντας ότι μιλάω στο κινητό και περπάτησα μέχρι την γωνία. Παράτησα και το μήνυμα στη Γιώτα, τα παράτησα όλα. Η μικρή ήταν «θάνατος», κι’ έπρεπε να κάνω κονέ πάση θυσία. Μετά από λίγο να σου την. Ερχόταν προς το μέρος μου και επειδή ήθελα με τα χίλια να την φάω της μίλησα πρώτος για να ξεμπερδεύουμε. Πως σε λένε και τέτοια. Να μην τα πολυλογώ, άβγαλτη μου φάνηκε και τελικά λιγάκι ντεκαβλέ αλλά μια και της είχα μιλήσει της έδωσα το κινητό μου για να με πάρει να βγούμε. Ποτέ δεν ξέρεις τι θα προκύψει.

Η κοπέλα στις παραγγελιές μου έδωσε την πρώτη μου διαδρομή, για Ιπποκράτους. Εκεί ήταν ένας καθηγητής εργένης που ήταν λέει τακτικός πελάτης. Όταν μου άνοιξε κατάλαβα γιατί ήταν εργένης. Γκέισα του κερατά η κατέ. Με είδε και του κόπηκαν τα πόδια. Και να οι ερωτήσεις. «Καινούργιος είσαι εσύ;», «πως σε λένε», «πόσο χρονών είσαι», «που μένεις» και τέτοια. Μου έδωσε και πέντε ευρό τιπ για να εντυπωσιαστώ, τα τσέπωσα κι’ έφυγα αφού με έβαλε να του υποσχεθώ ότι κάθε φορά θα του πήγαινα εγώ την παραγγελία του. Καλά μη φας, έχουμε γλάρο.

Η επόμενη διαδρομή μου όμως ήταν σούπερ. Ένα ρετιρέ στο πεδίο του Άρεως πολύ χλιδή, με μια εικοσάρα που μπορεί στην μούρη να μην έλεγε, αλλά είχε ένα κώλο να σου φύγει το καφάσι. Με σορτσάκι μου άνοιξε και κόντεψε να μου φύγει η πίτσα απ’ το χέρι. Αλλά και εκείνη με είδε και άναψε. Με ρώτησε φυσικά αν είμαι καινούργιος μια και δεν με είχε ξαναδεί, της είπα και το όνομά μου και για να με πληρώσει μου έφερε κατοστάρικο. Δεν είχα ρέστα φυσικά και της είπα ότι θα πάω να χαλάσω στο περίπτερο. Τι μου απήντησε το πουτανάκι; «Δεν πειράζει, μου τα δίνεις όταν ξανασυναντηθούμε». Και γέλασε καυλιάρικα. Δεν θα είμαστε με τα καλά μας. Πήγα, το χάλασα της έγραψα και το κινητό μου σ’ ένα χαρτάκι και τα έριξα όλα μαζί στο γραμματοκιβώτιο τους. Φυσικά της χτύπησα το κουδούνι από κάτω και την ενημέρωσα. Περιττό να σας πω ότι σε μία ώρα με είχε πάρει τηλέφωνο, πιάσαμε την πάρλα, μου είπε ότι την έλεγαν Κλαίρη και είπαμε ότι αργότερα όταν θα σχολάσω να περάσω να την πάρω για να βγούμε για κανένα ποτάκι.

Λίγο πριν το σχόλασμα όμως να σου και η Έφη, το πιτσιρίκι, η αδελφή του Μηνά στο τηλέφωνο να με ρωτήσει αν θέλω να βρεθούμε. Το πιτσιρίκι ήταν πολύ καλύτερο από την άλλη, αλλά η άλλη μάλλον θα μου καθόταν πιο εύκολα. Είπα λοιπόν στην μικρή που έμενε και κοντά μου να συναντηθούμε σε μια ήσυχη μικρή πλατεία εκεί στου Γκύζη κατά τις έντεκα και στην άλλη είπα ότι θα την πάρω κατά τις δώδεκα. Για να δούμε ποια απ’ τις δύο θα ήταν απόψε η τυχερή.

Όταν έφτασα στην πλατεία, το μικρό ήταν εκεί και έκοβε βόλτες. Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι για να δω τις διαθέσεις της, και ήταν όπως ακριβώς τα είχα υπολογίσει. Ήταν καυλωμένο μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε, αλλά δεν ήθελε να γαμηθεί. Μ’ άφησε όμως να την φιλήσω, να της τρίψω τις ρόγες και να της βάλω λίγο δάχτυλο απ’ έξω απ’ έξω στο μουνάκι. Όταν επιχείρησα να της το βάλω πιο βαθιά τραβήχτηκε, λέγοντας μου αυτό που λένε όλες οι γκόμενες. «Δεν είμαι έτοιμη ακόμα». Ήταν και παρθένα. Είχα γίνει τούρμπο αλλά επειδή δεν έβλεπα μέλλον, την ανέβασα στην μηχανή, την άφησα σπίτι της και έφυγα σφαίρα για το πεδίο του Άρεως που με περίμενε η άλλη.

Και με περίμενε με αναμμένα τα αλάρμ μέσα σε μία διθέσια BMW. Δεν το είχα καταλάβει ότι ήταν αυτή, και στάθηκα λίγο πιο μπροστά, περιμένοντας να την δω να έρχεται με τα πόδια. Όταν με πήρε τηλέφωνο και μου είπε να γυρίσω να κοιτάξω πίσω μου, έμεινα μαλάκας. Κλείδωσα την μηχανή και μπήκα μέσα όπου μου εξήγησε ότι το αυτοκίνητο ήταν δώρο του μπαμπά της όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο. Με ρώτησε αν ήθελα να οδηγήσω, αλλάξαμε θέσεις και έβαλα μπρος. Καλά, τι να σας λέω τώρα, πολύ χλίδα αμάξι. Στη διαδρομή μου μίλαγε και το χέρι της συνέχεια μου χάιδευε το μπράτσο. Ήμουν που ήμουν τούρμπο απ’ την προηγούμενη άρχισε τώρα κι’ αυτή και σ’ ένα φανάρι δεν άντεξα, έσκυψα και της έδωσα ένα γλωσσόφιλο που την έστειλα αδιάβαστη. Φτάσαμε στο γκάζι, και πριν την πάω σ’ ένα μπαρ που το είχε ένας γνωστός μου gay και που δεν μ’ άφηνε να πληρώνω ποτέ, σταμάτησα σ’ ένα σκοτεινό στενάκι και την πλάκωσα στα φιλιά. Την φίλαγα, την δάγκωνα και την έγλυφα συγχρόνως, κάνοντας την να μην ξέρει από της έρχεται. Όταν διαπίστωσα ότι γουστάρει, πήρα το χέρι της και το έβαλα πάνω στην πούτσα μου για να πάθει άλλη μία πλάκα, γιατί όχι να το παινευτώ αλλά την έχω πολύ μεγάλη. Γούσταρε, αλλά για να μην την κακοχαρακτηρίσω το τράβηξε σχεδόν αμέσως. Δεν μ’ ένοιαζε όμως. Το μήνυμα της το είχα περάσει.

Στο μπαρ, ο Βασίλης, που ήταν ιδιοκτήτης και γνωστός μου όπως είπα, μόλις με είδε είπε να μας κεράσουν και μετά χάθηκε. Σε πέντε λεπτά όμως μου έστειλε μήνυμα στο κινητό ότι με περιμένει στο γραφείο. Της είπα μια δικαιολογία ότι πάω να μιλήσω πέντε λεπτά για δουλειά και ανέβηκα στο γραφείο, που είχα ξαναπάει φυσικά, πολλές φορές. Είχε έτοιμες δύο γραμμές κόκα, που αφού έκανε την δική του, έσκυψα να πάρω την δική μου κι’ αυτός άρχισε να μου πιάνει και να μου τρίβει τον πούτσο. Δεν ήθελα και πολύ, έτσι όπως ήμουν καυλωμένος απ’ τα μουνιά, τον πέταξα έξω του τον έχωσα στο στόμα με τόση ορμή που κόντεψα να τον πνίξω και του τα ‘δωσα όλα μέσ’ τη μούρη. Το καταχάρηκε ο καριόλης που τον μούσκεψα.

Όταν σενιαριστήκαμε και ετοιμαζόμασταν να κατέβουμε κάτω, τον παρακάλεσα να μου βάλει σ’ ένα χαρτάκι δύο ψιλές, του πήρα κι’ ένα κατοστάρικο δήθεν δανικό, και πήγα στην γκόμενα. Για δύο ώρες πίναμε ξύδια, την είχα στριμώξει σε μια γωνία και την μπαλαμούτιαζα φιλώντας την στο στόμα με γλώσσα. Το τι προστυχιές της έλεγα στο αυτί την ώρα που την έγλυφα δεν μπορείτε να φανταστείτε. Την είχα απογειώσει και γούσταρε σαν κολασμένη, αλλά δεν ήθελε να γαμηθούμε απ’ την πρώτη φορά. Γαμώ την ατυχία μου δηλαδή! Την παρακάλεσα να πάμε στην τουαλέτα να της τον βάλω λίγο στα όρθια, αλλά τίποτα. Φοβόταν λέει ότι θα γινόμασταν ρόμπα. Καθόταν όμως και της τον έτριβα πάνω στο μπούτι της έτσι όπως την είχα κολλημένη πάνω μου. Και σας πληροφορώ απ’ το πολύ τρίψιμο ξανάχυσα. Χάλια έγινε το σώβρακο και το τζιν μου. Πήγα στην τουαλέτα και σκουπίστηκα όπως-όπως και μετά από λίγο την πήρα να φύγουμε.

Οφείλω να πω, ότι η πρώτη μου μέρα στην πιτσαρία ήταν επεισοδιακή. Μου άρεσε. Την επομένη αν και είχα πει και στις δύο να μου τηλεφωνήσουν μετά τις πέντε το απόγευμα, αυτές ξεκίνησαν τα μηνύματα απ’ το μεσημέρι. Η Έφη έστειλε το πρώτο στις δώδεκα και μισή, και ή Κλαίρη στις δύο. Δεν απάντησα σε καμία απ’ τις δύο. Άσ’ τες στην καψούρα. Είχα και την Γιώτα που την είχα στήσει απ’ την Κυριακή και θα είχε γίνει έξαλλη. Ούτε τηλέφωνο την είχα πάρει, ούτε μήνυμα της είχα στείλει. Η Γιώτα είχε τελειώσει κομμωτική και δούλευε σ’ ένα κομμωτήριο της περιοχής μας. Πέρυσι το καλοκαίρι που ο κουρέας μου έλειπε διακοπές, μ’ έστειλε μια φίλη στο κομμωτήριο που δούλευε για να μου καθαρίσουν το σβέρκο, κι’ έτσι την γνώρισα. Εκεί της την έπεσα για πρώτη φορά. Φορούσε το μινάκι της, ένα μπλουζάκι με τιραντάκια χωρίς σουτιέν κι’ έτσι όπως είχε μαυρίσει, ήταν «θάνατος». Δεν έδειξε όμως να χαμπαριάζει, κι’ αυτό εμένα μου άρεσε. Ήταν σέξι και συγχρόνως σοβαρή γκόμενα , αυστηρή. Άρχισα να την φλερτάρω αλλά δεν μου καθόταν με τίποτα. Έμαθα ότι δεν γούσταρε τα τεκνά, αλλά παράλληλα ότι δεν «τραβιόταν» και με κανένα εκείνη την εποχή. Γι’ αυτό και επέμεινα. Γενικά η γκόμενα δεν ήταν του σχοινιού και του παλουκιού. Ήταν κοπέλα που πάντα έψαχνε για σοβαρή σχέση. Δεν ξέρω τι μεσολάβησε με την πάρτη μου και πριν από κανένα μήνα άλλαξε γνώμη μου έδωσε το τηλέφωνό της και μου είπε όποτε θέλω να περάσω απ’ το σπίτι της. Πήγα. Καλά, η γκόμενα δεν παιζόταν! Δεν πήγαινε το μυαλό σου ότι αυτό το κορίτσι θα έκανε τόσο συγκλονιστικό κρεβάτι. Σκέτος χείμαρρος χωρίς αναστολές και προκαταλήψεις. Εγώ αισθάνθηκα και λίγο μαλάκας γιατί έκανα τον έξυπνο στο σεξ, αλλά μπροστά της δεν έπιανα μία. Κάθε φορά που το κάναμε με μάθαινε και από κάτι καινούργιο. Στο τέλος με είχε κάνει τόσο ξεφτέρι που την άρπαζα και την έκανα να τρέμει. Αυτό το κορίτσι λοιπόν ήταν σαν δύο πρόσωπα στην συσκευασία του ενός. Στο κρεβάτι μεταμορφωνόταν, λες και ήταν σεξομανής.

Όποτε είχα τις καύλες μου τηλεφωνούσα στην Γιώτα και πήγαινα απ’ το σπίτι της. Ήταν σαν τα είχαμε αλλά και πάλι όχι εντελώς. Το Σάββατο που την πήρα δεν μπορούσε και της είπα ότι θα πάω Κυριακή βραδάκι. Κυριακή βράδυ όμως είχα τον μεγάλο τσακωμό με τον αδελφό μου και το ξέχασα εντελώς. Με πήρε κάποια στιγμή γιατί βρήκα και κλήσεις και μηνύματα αλλά εγώ είχα βγει στα μπαρ, είχα γίνει λιώμα και δεν επικοινώνησα. Χτες έπρεπε να πάω πρώτη μέρα στην πιτσαρία, μου έτυχαν και τα δύο γκομενάκια και την ξέχασα πάλι. Βρήκα πάλι κάτι κλήσεις της και πάλι δεν την πήρα. Όλο έλεγα ότι θα την πάρω, αλλά όλο το ανέβαλα.

Το βραδάκι πριν πάω στην πιτσαρία μίλησα και με τα δύο τα γκομενάκια, τους είπα ότι θα τα πούμε μετά το σχόλασμα, και μετά προσπαθούσα να το οργανώσω έτσι το πράγμα που να έβγαινα με την μικρή κι’ αν μου καθότανε να «πούλαγα» την Κλαίρη. Μ’ αυτήν όμως είχα πάρει απόφαση ότι αν δω και δεν μου καθότανε σε δυο, τρεις μέρες θα την σούταρα. Μπορεί να είχε ωραίο κώλο, να ήταν και φραγκάτη αλλά δεν θα με έκανε κι’ ότι ήθελε.

Επίσης πρέπει να σας πω ότι καθημερινά απ’ τις εφτά οχτώ και μετά άρχιζαν και τα τηλέφωνα από τις αδελφές. Αν δεν το σήκωνα έστελναν μηνύματα. Περίμενα να δω ποιες ενδιαφερόντουσαν, και τηλεφωνούσα στην πιο κουβαρντού. Είχα σκεφτεί ότι ανάμεσα στις διανομές που μου έδιναν θα έκανα και καμιά ξεπέτα έτσι για να μην χάσω και την πελατεία μου. Σήμερα λοιπόν που πήγα να παραδώσω μια πίτσα και μια μακαρονάδα στην Ασκληπιού, μετά έκανα μια έτσι και πήγα απ’ το Κολωνάκι, στον Βαγγέλη. Ένα μακιγιέρ, που έβαφε τις πιο hot τραγουδίστριες. Με την Βανδή κολλητός. Στο σπίτι του όποια φωτογραφία κι’ αν κοίταζες ήταν μαζί με κάποια γνωστή ή γνωστό. Καλά, μου είχε πει για μερικούς ηθοποιούς και τραγουδιστές πράγματα που αν τα έλεγα δεν θα με πίστευε κανείς. Οι περισσότεροι το έπαιζαν γκόμενοι, αλλά ήταν κρυφές αδελφές.

Όταν γύρισα στην πιτσαρία ο αδελφός μου, μου έκανε παρατήρηση ότι άργησα και για να μην γίνω ρεζίλι μπροστά σε όλους του είπα ότι έμεινα με το μηχανάκι, και μέχρι να το φτιάξω έφαγα ένα εικοσάλεπτο. Κοίτα ζόρι που τραβούσε ο μαλάκας! Με παρακολουθούσε κανονικά!

Η Γιώτα δεν με ξαναπήρε, αλλά κι’ εγώ την είχα ψιλό ξεχάσει γιατί το μυαλό μου ήταν αλλού. Έτρεχα να προλάβω το ραντεβού με το πιπίνι που με περίμενε στην γνωστή πλατεία Καθόταν στο παγκάκι ντυμένο, σενιαρισμένο, σκέτο κουκλάκι. Την πλάκωσα στα γλωσσόφιλα μην τυχόν και την φέρω σε κατάσταση και μου πει το ναι. Το ήθελα αυτό το μωράκι έτσι που ήταν του «γάλακτος», δεν ήθελα να το χάσω. Αυτό βέβαια ζητούσε έρωτες, τρυφερότητες και αγκαλίτσες. Ο.Κ μωρό μου κι’ απ’ αυτό έχουμε.

  • Τι θα κάνουμε μωράκι μου; Πάμε σε κανένα μπαράκι;

  • Να πάμε, όμως να μπορούμε να μιλάμε κιόλας

  • Να μιλάμε ή να πάμε κάπου να κάνουμε από το άλλο;

  • Δεν είμαι έτοιμη ακόμα… μου υποσχέθηκες ότι θα έχεις υπομονή.

  • Τι φοβάσαι βρε χαζό… έλα που σου λέω θα περάσουμε ωραία…

  • Είναι νωρίς Χρήστο μου…ακόμα δεν ξέρω αν μ’ αγαπάς;

  • Σ’ αγαπάω μωρέ αλλά να κάνουμε και κάτι… γιατί αγοράκι είμαι και γω…

  • Όχι ακόμα

Και δώσ’ του να της βάζω χέρι και δώσ’ του εκείνη να με σπρώχνει.

  • Αυτό θα γίνεται τώρα ρε Εφάκι;

  • Mε συγχωρείς, θέλεις να τα φτιάξουμε για το σεξ ή για να είμαστε μαζί, να κάνουμε παρέα, να μιλάμε και ν’ αγαπιόμαστε;

  • Απ’ όλα! Όλα θέλω να τα κάνουμε… κακό είναι;

  • Για σεξ δεν είμαι ακόμα έτοιμη.

Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να την κάνω να χεστεί επάνω της. Τραβήχτηκα τσαντισμένος μακριά της.

  • Ωχ μωρέ Έφη… παιδάκι είσαι ακόμα… δεν ξέρεις τι θέλεις.

Λες και το είχα κανονισμένο, χτύπησε και το κινητό εκείνη την στιγμή που ήταν ότι έπρεπε. Σηκώθηκα και πήγα πιο πέρα για να μιλήσω μόνο και μόνο για να βάλει μυαλό. Και ήταν βέβαια η Κλαίρη, που με πολύ καυλιάρικη φωνή ήθελε να με «ανάψει».

  • Τι κάνεις κοριτσάκι μου;

  • Σε σκέφτομαι…

  • Θες να βρεθούμε;

  • …και τι θα κάνουμε;

  • Ότι γουστάρεις.

  • Αυτό που γουστάρω δεν γίνεται σήμερα… είναι οι γονείς μου εδώ…

  • Πάμε σε ξενοδοχείο; Έχω λεφτά.

  • Ξενοδοχείο; Μπλιάχ, σιχαίνομαι! Αύριο που είναι Σάββατο δουλεύεις;

Της είπα ότι δουλεύω, μου είπε να πάμε για καφέ και της είπα να περάσει να με πάρει απ’ το γυμναστήριο αφού μου τηλεφωνήσει πρώτα. Της το έκλεισα λέγοντας της ότι με περιμένει ένας φίλος και δεν ήταν σωστό. Όταν πήγα και πάλι στο παγκάκι το μικρό είχε κατεβάσει μούτρα.

  • Ένας φίλος μου ήτανε, για δουλειά.

  • Και γιατί του ’πες ότι είσαι με φίλο σου;

  • Ε, και τι να του πω ότι είμαι με γκόμενα; Έλα σήκω.

  • Που πάμε;

  • Θα σε πάω σπίτι σου…

Αυτό ήτανε. Με το που άκουσε ότι θα την πάω σπίτι της, άλλαξε αμέσως τακτική. Χαλάρωσε και λέγοντας μου ότι δεν θέλει να γυρίσει στο σπίτι ακόμα, μου δήλωσε ότι ήταν πρόθυμη να πάμε όπου θέλω.

  • Εγώ θέλω να πάμε σ’ ένα ξενοδοχείο να κάνουμε έρωτα.

Σήκωσε τους ώμους της σαν να έλεγε «δεν με νοιάζει». Την αγκάλιασα και την φίλησα γλυκά, με πολύ τρυφερή διάθεση. Μέχρι να την έριχνα στο κρεβάτι θα το ‘παιζα Je taime γιατί αλλιώς δεν θα την κατάφερνα. Αυτή δεν ήθελε προστυχιές σαν την Κλαίρη. Είπαμε αυτή ήταν του γάλακτος.

maxresdefault

Μέχρι να φτάσουμε στο ξενοδοχείο και ν’ ανέβουμε πάνω η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Φοβόμουν μη τυχόν την πιάσει κανένα κυκλοθυμικό και το μετανιώσει και σηκωθεί και φύγει. Το αγαπησιάρικο όμως που της είχα πουλήσει το τελευταίο μισάωρο είχε κάνει τη δουλειά του, και το μικρό ήταν έτοιμο για όλα. Όταν ανεβήκαμε στο δωμάτιο την άφησα να ηρεμίσει και να γδυθεί και εγώ μπήκα στο μπάνιο. Ήθελα να κάνω μια ψιλή, σαν τρελός. Ευτυχώς είχα μαζί μου αυτές που είχε δώσει χτες βράδυ ο Βασίλης. Όταν βγήκα το μωρό είχε ξαπλώσει και είχε σκεπαστεί με το σεντόνι. Ήταν σκέτη καύλα. Έκλεισα το κινητό μου κι’ άρχισα να γδύνομαι μπροστά της αργά και σεξουαλικά μόνο και μόνο να την φτάσω στα όρια της. Μέσα στο μισοσκόταδο με έτρωγε με τα μάτια της. Όταν έβγαλα και το σλιπ και με είδε καυλωμένο τα έχασε. Πλησίασα στο κρεβάτι δήθεν για να κλείσω το φως και σχεδόν ακούμπησα την πούτσα μου στο μάγουλο της. Ήθελα να δω αν θα μου την πάρει στο στόμα. Μπα, που τέτοια τύχη, τραβήχτηκε πολύ διακριτικά και ξάπλωσε. Ξάπλωσα κι’ εγώ δίπλα της την αγκάλιασα και την άρχισα στα φιλάκια που ήξερα ότι τα γούσταρε. Κάποια στιγμή όμως πήρα το χεράκι της και το οδήγησα πάνω στην πούτσα μου. Ευτυχώς μου την έπιασε κι’ άρχισε να μου την παίζει. Δεν την άφησα όμως για πολύ γιατί ήμουν έτοιμος να χύσω και δεν ήθελα πριν την γαμήσω. Έχωσα λοιπόν την μούρη μου μέσ’ τα πόδια της κι’ άρχισα δουλειά για να την κάνω «ν’ ανοίξει» και να την «φάει» άνετα. Σε πολύ λίγο άρχισε τις κραυγούλες το μωράκι μου. Εγώ το βιολί μου, μια με την γλώσσα μια με τα δάχτυλα την έφτασα σε παροξυσμό. Άρχισε τους σπασμούς και με έχυσε στην μούρη. Κόντεψα να τρελαθώ. Με μούσκεψε κανονικά. Σηκώθηκα και έτσι όπως ήταν μ’ ανοιχτά τα πόδια, πήρα την πούτσα μου και προσπάθησα να της την βάλω. Τα είδε όλα. Πήγε να ουρλιάξει αλλά πρόλαβα και της έκλεισα το στόμα με το χέρι μου. Είχε ένα μουνάκι μια σταλιά και εγώ προσπαθώντας να της την χώσω, έτσι όπως ήταν και χοντρή, κόντεψα να την σκίσω. Με το μαλακό και σιγά-σιγά όμως σε λίγο την είχε φαει μια χαρά. Δεν πρόλαβα να την ‘φχαριστηθώ όπως ήθελα γιατί έχυσα αρκετά γρήγορα. Ε, με τόση συσσωρευμένη καύλα ήμουν απόλυτα δικαιολογημένος. Έπεσα δίπλα της ανάσκελα και έμεινα σιωπηλός προσπαθώντας να επανέλθω στους ρυθμούς μου. Δεν μίλαγε ούτε εκείνη. Κι’ εκεί που δεν το περίμενα καθόλου, ένιωσα το χέρι της στο πόδι μου, μετά άρχισε να μου χαϊδεύει την κοιλιά μέχρι που έπιασε την πούτσα μου κι’ άρχισε να μου την παίζει. Το μικρό γούσταρε και ξεθάρρεψε σκέφτηκα και μου σηκώθηκε πάλι με τη μία. Κι’ έτσι όπως είχα ανοίξει τα πόδια μου της έσπρωξα το κεφάλι της για να μου την πάρει στο στόμα. Αυτή τη φορά υπάκουσε. Εν τάξη δεν ήξερε να κάνει πίπες, αλλά και μόνο που έβλεπες αυτό το μωράκι των δεκαεπτά χρόνων μ’ ένα δέρμα σαν μετάξι και κάτι βυζάκια σφιχτά σαν μήλα να προσπαθεί να την γλύψει, ήταν όλα τα λεφτά. Με το δεξί μου χέρι άρχισα να της παίζω πάλι το μουνάκι και μόλις κατάλαβα ότι είχε αρχίσει να υγραίνεται την πήρα και την κάθισα πάνω μου. Ήθελα να την δοκιμάσω και σ’ αυτή τη στάση μη τυχόν και γούσταρε πιο πολύ. Πράγματι αισθάνθηκε κάπως καλύτερα και με τον τρόπο της πήρε την πούτσα μου, την έχωσε μέσα της, κι’ αφού την έφαγε όλη μετά άρχισε να ανεβοκατεβαίνει. Απ’ την καύλα ένοιωθα σφυροκοπήματα μέσα στο κεφάλι μου. Το μικρό ήταν αποφασισμένο να με τρελάνει. Βούτηξα το παντελόνι μου και έβγαλα το χαρτάκι με τη κόκα. Ήθελα σα τρελός να πάρω μια ψιλή για να με στείλει ακόμα πιο πολύ. Βλέποντας με να στρώνω τη γραμμή δίπλα στο κομοδίνο με ρώτησε τι είναι, κι’ αφού της είπα τη ρώτησα αν θέλει λίγο. Δεν το πίστευα. Μου είπε «Ναι»! Τώρα να δεις τι έχει να γίνει. Μόλις ήπιαμε τις ψιλές μας, το μικρό «έφυγε» για το διάστημα. Την γύρισα μπρούμυτα και αφού της έχωσα το μισό μου χέρι μέσ’ το μουνί, μετά την γάμησα τόσο σκληρά που μάτωσε. Ήταν όμως εκστασιασμένη. Δεν την ένοιαξε καθόλου. Το ξέρω ότι ήμουν υπερβολικός να της το κάνω αυτό από την πρώτη φορά, αλλά δεν αντιστάθηκα στο πειρασμό. Αφού μάλιστα είδα ότι γούσταρε κι’ αυτή, γιατί όχι; Έβαλα και ότι είχε περισσέψει απ’ την κόκα πάνω στην πούτσα μου για να μην χύσω εύκολα και συνέχισα στον ίδιο ρυθμό. Το κοριτσάκι δεν το πίστευε αυτό που της συνέβαινε. Μαζί με την πούτσα μου της έβαζα και ένα δάχτυλο μέσ’ το μουνί για να την ανοίξω περισσότερο. Μούγκριζε από ηδονή, αλλά της έκλεινα το στόμα με την παλάμη μου για να μην ακουγόμαστε. Το μωρό όμως απ’ την καύλα άρχισε να μου γλύφει το χέρι. Της έχωσα τα δάχτυλα μου στο στόμα και αυτή μου τα έγλυφε σαν να έκανε πίπα.

Να μην σας πολυλογώ, η μικρή μέσα σε μία βδομάδα είχε γίνει εξπέρ. Βρισκόμασταν κάθε βράδυ μετά το σχόλασμα, πηγαίναμε στο ξενοδοχείο και βγαίναμε μετά από τρεις ώρες. Ποια Γιώτα, και ποια Κλαίρη όλες είχαν φαει τη σκόνη της μικρής. Με είχε τρελάνει. Ότι λεφτά έβγαζα από τις αδελφές και από την πιτσαρία τα έτρωγα στην κόκα και στα ξενοδοχεία με την μικρή. Περιττό να σας πω ότι τα είχαμε κάνει όλα. Προχθές μάλιστα μ’ άφησε να μπω και στο τελευταίο κάστρο. Μ’ άφησε να τη γαμήσω απ’ το κώλο. Υπέφερε το καημένο, αλλά και ‘γω πόνεσα μην νομίζετε ότι ήταν εύκολο. Στο τέλος τα καταφέραμε όμως και τώρα δεν γίνεται να μην το κάνουμε. Μόνη της μου την έβγαζε απ’ το μουνί της και την έβαζε στο κώλο. Είχε απελευθερωθεί τόσο πολύ που καθόμουν σχεδόν πάνω στην μούρη της να μου γλείψει τ’ αρχίδια, κι’ αυτή μου ‘γλυφε όχι μόνο τ’ αρχίδια αλλά και την κωλοτρυπίδα. Και πριν τελειώσω κάθε φορά την ρώταγα.

  • Που θες να σε χύσω μωρό μου;

«Όπου θέλεις» μου απαντούσε, και της τα πετούσα μια στα βυζάκια, μια στο κώλο, μια στην κοιλιά και τώρα τελευταία της τα πασάλειβα και στη μούρη. Ένα βράδυ την έχυσα την ώρα που μου τον είχε στο στόμα και τα κατάπιε το μωρό μου. Και με κοίταζε τόσο πρόστυχα την ώρα που τα κατάπινε πού ήθελα να την χύνω συνέχεια. Βέβαια πάνω στην καύλα μου, ο μαλάκας, είχα χύσει και πέντε έξι φορές μέσα της. Καπότα φυσικά δεν φορούσα. Τι καπότα, αφού ήμουν ο πρώτος της. Το μωρό είπαμε ήταν του γάλακτος, πεντακάθαρο.

Αλλά με κάτι τέτοιες μαλακίες την πατάει κανείς και μετά από ένα μήνα και κάτι, μου ξεφούρνισε την λυπητερή. Θα σας πω τι έγινε σε λίγο. Όλο αυτό το διάστημα εγώ είχα σουτάρει την Κλαίρη, είχα εξαφανιστεί από την Γιώτα και είχα πέσει με τα μούτρα στο μικρό. Αφού περνούσα ωραία γιατί όχι; Δεν γούσταρα σχέση και τέτοια, αλλά πέντε με έξι φορές την βδομάδα ήμασταν μαζί στο ξενοδοχείο. Ευτυχώς είχε και κάποιους περιορισμούς απ’ το σπίτι, οπότε δεν μπορούσε να βρισκόμαστε συνέχεια βράδυ. Συναντιόμασταν το απόγευμα μετά το γυμναστήριο, την πήγαινα για καφέ γιατί ήθελε απ’ ότι είχα καταλάβει να μας βλέπουν οι φίλες της και μετά πηγαίναμε στο ξενοδοχείο. Μ’ αυτό το τρόπο δεν μπορούσε να μου γίνει και πολύ τσιμπούρι, και έτσι περνούσα ζάχαρη. Απ’ την άλλη, ο αδελφός της ο Μηνάς που δουλεύαμε μαζί στην πιτσαρία δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα. Ήταν καλό και ήσυχο παιδί αλλά εγώ από εκεί μέσα δεν έκανα παρέα με κανέναν τους. Εδώ μέχρι και στον αδελφό μου με το ζόρι μιλούσα. Ο Μάκης, η αδελφούλα απ’ τη Θεσσαλονίκη που σπούδαζε ηθοποιός μου έριχνε που και που μερικές κλεφτές ματιές, αλλά δεν του έδινα θάρρος. Δεν γούσταρα το μπούρου-μπούρου.

Ένα βράδυ περιμένοντας να πάω να δώσω καμιά πίτσα, έστελνα μήνυμα στον Αλέξη, ένα γιατρό αδελφή που έμενε στο Θησείο και ήθελε να βρεθούμε το βράδυ. Γιατί όχι; Σχεδόν κάθε βράδυ στο Γκάζι ήμουνα, δίπλα στο Θησείο. Του απαντούσα λοιπόν ότι θα τον έπαιρνα μόλις τέλειωνα τη δουλειά, όταν μπήκε στην πιτσαρία η Έφη. Κοκάλωσα. Την κοίταξα χωρίς να ξέρω τι να κάνω και η αλήθεια είναι ότι με είχε πιάσει ταχυκαρδία. Δεν ήξερα για ποιο λόγο είχε έρθει. Ευτυχώς έκανε ότι δεν με ξέρει και πήγε κατ’ ευθείαν εκεί που καθόταν ο αδελφός της. Κάθισε κοντά του, κάτι είπαν και εκείνος της παρήγγειλε μάλλον φαγητό γιατί τον είδα να λέει κάτι στην Όλγα που έβγαζε τις παραγγελίες. Έφυγα για να πάω μια πίτσα στο Ερρίκος Ντυνάν, όχι σε άρρωστο, αλλά σε κάποιον που θα ξενυχτούσε κάνοντας παρέα σε κάποιον άρρωστο, δεν ξέρω τι ακριβώς, πάντως μου είπαν ότι θα με περίμενε κάτω στην είσοδο.

Όταν γύρισα το μωρό ήταν ακόμα εκεί και έτρωγε μακαρόνια. Με είδε που μπήκα και μου χαμογέλασε με τρόπο. Ο αδελφός της έλειπε σε μια παραγγελία, αλλά ο δικός μου που ήταν πιο ‘κει και έκοβε κίνησε μας είδε. Ήρθε λοιπόν και στρώθηκε στο τραπέζι που καθόμουν κοιτώντας με, με ένα ύφος λες και ήμουν κανένας δολοφόνος.

  • Πρόσεχε μαλακισμένο, το κοριτσάκι είναι ανήλικο και είναι η αδελφή του Μηνά. Όχι πολλά -πολλά μαζί της γιατί σ’ έσφαξα.

Που να ‘ξερε ο μαλάκας! Τον κοίταζα χαμογελώντας ειρωνικά χωρίς να του απαντάω κι’ αυτό τον έκανε έξαλλο. Σηκώθηκα και βγήκα έξω απ’ το μαγαζί δήθεν για να μιλήσω στο τηλέφωνο, περπάτησα μέχρι τη γωνία κι’ έστριψα μέσα στο στενό. Η Έφη ήρθε μετά από λίγο και μου φάνηκε αγχωμένη. Φιληθήκαμε στο βιαστικό και την τράβηξα στην είσοδο μιας πολυκατοικίας μη μας πάρει κανένα μάτι. Εκεί λοιπόν μου ξεφούρνισε την λυπητερή.

Ήταν έγκυος.

Είχε λέει καθυστέρηση, έκανε το τεστ δύο φορές και της βγήκε θετικό. Έχασα τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Δεν ήξερα τι να κάνω, σε ποιόν να μιλήσω, ποιόν να συμβουλευτώ. Να ρωτήσω την μάνα μου, αδύνατον. Τον μαλάκα τον αδελφό μου, δεν το συζητάω. Μέσα στην απελπισία μου, το βράδυ μόνος στο δωμάτιο μου άρχισα να τηλεφωνώ σε γνωστές αδελφές, μη τυχόν και με συμβούλευαν. Ευτυχώς ο γιατρός απ’ το Θησείο, παρ’ όλο που ήταν οφθαλμίατρος μου είπε να πάω από ‘κει και ότι θα μου τα κανονίσει όλα. Πήρα και τον Βασίλη που είχε το μπαρ στο Γκάζι που μου είπε κι’ εκείνος ότι ήξερε διάφορους. Θα πέρναγα μετά να τον έβλεπα κι’ αυτόν. Έπρεπε να κάνουμε έκτρωση, δεν ήμασταν για εγκυμοσύνες και παιδιά. Και εν τάξη, καλή η Έφη, κούκλα, παρθένα, καθαρή αλλά και πολύ μίζερη αδελφάκι μου. Χωρίς προσωπικότητα.

Αφού έμαθα λεπτομέρειες για το πως γίνεται η έκτρωση μέχρι και πόσο κοστίζει, την πήρα την επομένη στο καφέ για να τα πούμε. Ευτυχώς συμφώνησε, και μου είπε να τα οργανώσω και να πάμε να την κάνουμε. Ανάσανα με ανακούφιση γιατί δεν σας κρύβω ότι είχε περάσει απ’ το μυαλό μου ότι υπήρχε και μια πιθανότητα να με εκβίαζε, για γάμο και τέτοια. Μετά ήθελε να πάμε ν’ αγοράσουμε κόκα και να πάμε στο ξενοδοχείο, αλλά εγώ δεν είχα λεφτά και επί πλέον μ’ όλα αυτά δεν ήμουν και σε φάση. Ήμουν άγρυπνος, ταλαιπωρημένος κι’ ήθελα ένα βράδυ να αράξω και να κοιμηθώ νωρίς. Και η μικρή στράβωσε. Εκεί είδα το άλλο της πρόσωπο. Ήταν ανένδοτη και σχεδόν με διέταξε να κόψω το κεφάλι μου και να βρω λεφτά, γιατί ήθελε λέει μια ψιλή σαν κολασμένη. Τι της είπα ότι νυστάζω, τι ότι ήμουν πτώμα, τι ότι την επομένη θα τα είχα όλα οργανωμένα, τίποτα, αυτή το βιολί της. Πήρα ανάποδες και σηκώθηκα για να την πάω σπίτι. Δεν σηκωνόταν να έρθει. Είχε πεισμώσει και με κοίταζε μ’ ένα απαθές βλέμμα που μου έσπαγε τα νεύρα. Κοντεύαμε να γίνουμε νούμερο στην καφετέρια. Κι’ έτσι όπως ήμουν νευριασμένος την παράτησα και έφυγα. Σε λίγο άρχισε τα μηνύματα. Με απειλούσε, ότι αν δεν γυρίσω να την πάρω και να πάμε στο ξενοδοχείο θα τα έλεγε όλα στους γονείς της και στον αδελφό της. Δεν της απάντησα. Μετά μου έστειλε κι’ άλλο μήνυμα ότι επειδή ήταν ανήλικη θα πήγαινε στην αστυνομία. Εκεί «την άκουσα». Άρχισα να σκέφτομαι ότι θα ήταν καλό για να την ηρεμίσω, να κάνω αυτό που ήθελε, αλλά απ’ την άλλη έτσι και υποχωρούσα, αυτή θα με εκβίαζε μια ζωή. Την είχα βάψει φίλε μου.

Στο δωμάτιο μου, έκοβα βόλτες πάνω κάτω μη ξέροντας τι να κάνω. Είχα κάτι περισσεύματα κόκας που τα πήρα μη τυχόν και «στανιάρω», και τότε σκέφτηκα την Γιώτα. Θα ζητούσα απ’ την Γιώτα να με συμβουλέψει. Η Γιώτα με αγαπούσε, θα με συγχωρούσε και θα μου έβρισκε λύση. Πάντα έβρισκε λύση η Γιώτα. Της τηλεφώνησα, και έμεινα στήλη άλατος με το τηλέφωνο στο αυτί.

  • Το νούμερο του συνδρομητή που καλέσατε δεν ισχύει……

Ζαλίστηκα. Είχε αλλάξει νούμερο; Καβάλησα τη μηχανή και πήγα στο κομμωτήριο. Η Πόπη που είχε το μαγαζί χάρηκε πολύ που με είδε, αλλά εγώ δεν είδα πουθενά την Γιώτα. Άντ’ αυτής ήταν μια άλλη, μελαχρινή μα στραβά δόντια.

  • Η Γιώτα παντρεύεται σε λίγο καιρό και μετακόμισε

Μου είπε η Πόπη και έφυγα σε κακό χάλι. Εδώ και κάποιες βδομάδες λέει είχε γνωρίσει ένα τύπο που την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και ήθελε να την παντρευτεί. Άρα τον είχε γνωρίσει την εποχή που γαμιόταν μαζί μου. Είχα ζαλιστεί γιατί η μικρή σε κατάσταση υστερίας συνέχιζε να μου στέλνει δεκάδες απειλητικά μηνύματα, τα οποία δεν τα διάβαζα πια. Τα έσβηνα επί τόπου.

Πριν γυρίσω σπίτι μου πέρασα απ’ το μπαρ του Βασίλη στο Γκάζι για να μου δώσει μερικές ψιλές. Ήταν με κόσμο και κουβέντιαζε. Με είδε σε κατάσταση αλλοφροσύνης και με πήρε παράμερα. Του είπα όλα τα γεγονότα περιμένοντας ένα χέρι βοήθειας και αυτός εντελώς τυπικά σαν να μην είχε καταλάβει τίποτα απ’ όλο αυτό τον πανικό που περνούσα, μου είπε ότι για λόγους υγείας έπρεπε να ξεκόψει απ’ την κοκαΐνη, οπότε δεν είχε τίποτα και ούτε επρόκειτο λέει να ξανά έχει. Αισθάνθηκα ότι μου έλεγε ψέματα. Τον κοίταζα σχεδόν παρακλητικά μέσ’ τα μάτια αλλά αυτός ήταν ψυχρός και ανέκφραστος. Του είπα να πάμε πάνω στο γραφείο να γλειφτούμε λίγο, πιστεύοντας ότι αν τον καύλωνα, θα τον κατάφερνα να μου δώσει, αλλά δεν ήθελε ούτε αυτό. Και για να με αποφύγει μου είπε, ότι αποφάσισε ν’ αλλάξει εντελώς ζωή, ότι έκανε σχέση μ’ ένα παιδί και ότι έκοψε τα ναρκωτικά και τα πολλά ξενύχτια. Μου έβαλε στο χέρι ένα κατοστάρικο, με αποχαιρέτησε και ξαναγύρισε στην παρέα του.

Έφυγα πληγωμένος, ντροπιασμένος αλλά και «θολωμένος». Πήρα στο τηλέφωνο ακόμα δύο τρεις πούστηδες πού ήξερα ότι πάντα είχαν κοκαίνη, αλλά ή δεν σήκωναν το τηλέφωνο, ή μου έλεγαν ότι είχαν δουλειά, ή ότι δεν είχαν κόκα εκείνη τη στιγμή. Ψέματα. Ήθελαν να με ξεφορτωθούν οι καριόληδες. Δε πα να γαμηθούνε όλοι τους. Καβάλησα την μηχανή και γύρισα στο σπίτι. Σκεφτόμουν ότι στο χαρτάκι που είχα τις ψιλές όλο και κάτι θα είχε απομείνει. Στο κάτω- κάτω θα το έγλυφα κιόλας.

Όταν έφτασα στην γειτονιά μπήκα στο ψιλικατζίδικο του κυρ Μπάμπη να πάρω τσιγάρα. Το ραδιόφωνο έπαιζε στη διαπασών ένα τραγούδι που δεν το ‘ξέρα.

«Πρωτομαγιά με το σουγιά / χαράξαν το φεγγίτη

Και μια βραδιά σαν τα θεριά / σε πήραν απ’ το σπίτι»

Πήρα τα τσιγάρα και στρίβοντας για το σπίτι, έξω απ’ την πολυκατοικία είδα ένα περιπολικό. Μέσ’ τη θολούρα μου δεν πήγε το μυαλό μου ότι ήταν για μένα. Κλείδωσα την μηχανή και ανέβηκα πάνω. Η πόρτα του διαμερίσματος μας ήταν ανοιχτή και η μάνα μου μιλούσε με κάτι μπάτσους.

Δεν χρειάστηκε να δω κι’ άλλο. Έκανα μεταβολή κι’ άρχισα να τρέχω ακούγοντας την μάνα μου και τους μπάτσους να με φωνάζουν. Καβάλησα την μηχανή και έφυγα σαν δαιμονισμένος ακούγοντας την σειρήνα του περιπολικού πίσω μου. Αυτό με άγχωσε ακόμα περισσότερο. Δεν ήξερα που να πάω, απλά ευχόμουν να φύγω μακριά. Ό σ ο π ι ο μ α κ ρ ι ά γ ι ν ό τ α ν. Και σε πολύ λίγο η ευχή μου έγινε πραγματικότητα. Την ώρα που πήγα να βγω Αλεξάνδρας με εκατόν είκοσι και με κόκκινο φανάρι, ένας τρελαμένος που κατέβαινε γκαζωμένος μ’ έστειλε πράγματι στο πιο μακρύ ταξίδι που θα μπορούσε να γίνει. Όσο πιο μακριά γινόταν.

—————————

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here